Τι λούκι!

  • Greek
  • English
Tuesday, 7 September 2010

Manchette Jean-Patrick

Τι λούκι!

«Είχα γίνει ντετέκτιβ, και πιστεύω ότι στην αρχή το έκανα εν μέρει για το καλό, όπως είχα διδαχτεί στο κατηχητικό και στα λυκόπουλα. Kαι να πού είχα καταλήξει! Nα κυνηγάω φτωχούς ηλίθιους, φουκαράδες, για να τους εμποδίσω να απαλλοτριώνουν απαλλοτριωτές σαν ετούτον τον κύριο Zιούντ, τη στιγμή που στο Κοινοβούλιο και αλλού εδρεύουν λαθρέμποροι ναρκωτικών. Kαι τι μπορώ να κάνω; Mε λίγα λόγια, αισθανόμουν καταρρακωμένος».

 

Ο Ευγένιος Ταρπόν, πρώην χωροφύλακας και νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ στο Παρίσι, είναι μοναχικός, παίζει σκάκι, πίνει ουίσκι, διαβάζει «Λε Μοντ» και «Φρανς Σουάρ», αναλαμβάνει ευτελείς και μάλλον ακίνδυνες υποθέσεις. Και πλήττει.


Όταν, ωστόσο, του αναθέτουν να διαλευκάνει την εξαφάνιση μιας τυφλής κοπέλας, βρίσκεται μπλεγμένος σε μια υπόθεση με παραθρησκευτικές οργανώσεις, βρετόνους ναζί, ναρκωτικά, χαρτοπαικτικές λέσχες και ξέπλυμα χρήματος. Επιτέλους, η δουλειά γίνεται διασκεδαστική. Και μάλιστα, μέχρι θανάτου...



Το «Τι λούκι!» είναι ένα υποδειγματικό νουάρ μυθιστόρημα, από τον πρόωρα χαμένο Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, του επιφανέστερου συγγραφέα του νέου γαλλικού αστυνομικού μυθιστορήματος.

 

Είναι το δεύτερο βιβλίο του Μανσέτ που κυκλοφορεί από τα «Ελληνικά Γράμματα», μετά το «Νάδα».

 

 

Έγραψαν για το βιβλίο:

 

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΟ ΝΟΥΑΡ, ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ «ΤΙ ΛΟΥΚΙ!» ΤΟΥ ΖΑΝ-ΠΑΤΡΙΚ ΜΑΝΣΕΤ ΣΥΝΕΒΑΛΕ ΣΤΗ ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ, ΔΙΕΥΡΥΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΛΩΝΑΝ ΤΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΜΕΧΡΙ ΕΥΑΓΗ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΣΕΧΤΕΣ ΜΕΧΡΙ ΦΙΛΟΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ

 

Σήμερα ο όρος «neopolar», ή νέο γαλλικό αστυνομικό μυθιστόρημα, χρησιμοποιείται λιγότερο συχνά. Ίσως γιατί τη δεκαετία του ΄90 η φόρμα αυτή εμπλουτίστηκε και απέκτησε ευρύτερες γεωγραφικές συντεταγμένες, οδηγώντας σε αυτό που ο Πέτρος Μάρκαρης αποκαλεί «μεσογειακό αστυνομικό μυθιστόρημα». Ένα μυθιστόρημα που έχει κύρια χαρακτηριστικά του την κοινωνική κριτική και το πολιτικό υπόβαθρο, το οποίο συνήθωςάλλο ένα αρκετά κοινό χαρακτηριστικό του είδους είναι αριστερίστικης κατεύθυνσης. Ο Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, είναι προδρομική φυσιογνωμία, ιδρυτική εντέλει του είδους, η οποία αποτελεί μάλιστα τη γέφυρα ανάμεσα στο σύγχρονο μεσογειακό αστυνομικό και το αμερικανικό νουάρ. Από τους Αμερικανούς ο Μανσέτ έχει πάρει την ατμόσφαιρα, τη λιτότητα των μέσων, την ενδιαφέρουσα αστυνομική πλοκή. Σε αυτά προσέθεσε την εμπειρία του Μάη του ΄68 ανοίγοντας νέους δρόμους και δίνοντας την ευκαιρία σε αξιόλογα μυαλά που είδαν τα αριστερά οράματά τους να διαψεύδονται ποικιλοτρόπως, να βρουν στη συγγραφή μια νέα στέγη για το ταλέντο και τις ιδέες τους. Στέγη η οποία διέσωζε την αξιοπρέπειά τους, την ώρα που άλλοι την εξαργύρωναν με αξιώματα. Στέγη, επίσης, που προσέφερε στη λογοτεχνία έναν άνεμο ανανέωσης, καθώς το κοινωνικό μυθιστόρημα, με την επέλαση του νουβό ρομάν, είχε υποχωρήσει σημαντικά. Επιπλέον ο Μανσέτ όρισε από την αρχή τα όρια, καταδικάζοντας απερίφραστα- τόσο στο έργο του όσο και σε συνεντεύξεις του- την αριστερή τρομοκρατία. Όλα αυτά στην Ελλάδα τα γνωρίσαμε με καθυστέρηση. Ο Μανσέτ, που έγραψε μια δεκάδα βιβλίων από το 1971 μέχρι το 1981 και μετά σταμάτησε να δημοσιεύει, μεταφράστηκε στη χώρα μας με μια δεκαπενταετία καθυστέρηση.

 

Το Τι λούκι!, βιβλίο που έχει κυκλοφορήσει και παλαιότερα από τις Εκδόσεις Στάχυ και που έγινε ταινία από τον Αλέν Ντελόν ( Για το τομάρι ενός μπάτσου ), γράφτηκε στο μέσον της σύντομης συγγραφικής καριέρας του, περί το 1975.

Διαβάζεται σαν σημερινό, κάτι που δείχνει βέβαια και τα όρια ενός είδους που πρέπει να βρει νέους δρόμους για να εξελιχθεί χωρίς να επαναλαμβάνεται.

 

Ήρωας του Μανσέτ στο βιβλίο αυτό- και σε ένα ακόμα, αμετάφραστο στα ελληνικά είναι ο Ευγένιος Ταρπόν, πρώην χωροφύλακας και νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ στο Παρίσι. Άνθρωπος μοναχικός, χωρίς φίλους, με μόνο δύο γνωστούς, έναν άνδρα και μια γυναίκα, που γίνονται σταδιακά συμπρωταγωνιστές του βιβλίου. Ζει φτωχικά, πίνει ουίσκι σε ελεγχόμενες ποσότητες, παίζει σκάκι, διαβάζει Τύπο και αγωνίζεται για τον επιούσιο αναλαμβάνοντας συνήθως ανούσιες μικροϋποθέσεις.

 

Όλα αλλάζουν όταν ένας Κορσικανός αστυνομικός με ιταλικό επίθετο, ο Κοκκιόλι, του στέλνει μια ηλικιωμένη κυρία που αναζητά την εξαφανισμένη τυφλή κόρη της. Λίγο μετά τον επισκέπτεται κάποιος που προσπαθεί να τον πείσει ότι η τυφλή κοπέλα έχει εξαφανιστεί με τη θέλησή της ακολουθώντας τον αγαπημένο της στο εξωτερικό, μετά η ηλικιωμένη γυναίκα δολοφονείται μπροστά στα μάτια του Ταρπόν και η πλοκή αρχίζει να εξελίσσεται με καταιγιστικούς ρυθμούς. Ο ντετέκτιβ καταλαβαίνει ότι δεν του έστειλαν τυχαία την ηλικιωμένη πελάτισσα, ότι η Αστυνομία δεν μπορεί να λύσει την υπόθεση γιατί ένας πυρήνας της εμπλέκεται και οι «καλοί» αστυνομικοί παρακολουθούνται. Καταλαβαίνει επίσης ότι έχει μπλέξει σε μια υπόθεση με απρόβλεπτες προεκτάσεις, όπου ένα ίδρυμα ονόματι Μποντριγιάρ που φιλοξενεί τυφλούς (κάποτε ο Μανσέτ είχε διδάξει Γαλλικά σε κολέγιο τυφλών) φαίνεται να έχει παράλληλες παράνομες δραστηριότητες.

 

Παράνομες δραστηριότητες με ναρκωτικά έχει από μια σέχτα βουδιστών που διατηρεί μοναστήρι έξω από το Παρίσι όπου προσελκύει πλούσιους Παριζιάνους που αναζητούν ισορροπία και χαλάρωση. Ξέπλυμα χρήματος σε καζίνα και ανάμειξη ενός Βρετόνου δωσίλογου φιλοναζί που έγινε πλούσιος κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

Ο Μανσέτ κάνει μια τοιχογραφία του σύγχρονου εγκλήματος και της διείσδυσής του σε ποικίλα κοινωνικά στρώματα που θέλουν κατ΄ αρχήν να φαίνονται αθώα. Στην πραγματικότητα ο ντετέκτιβ Ταρπόν δουλεύει χωρίς οικονομικό όφελος ο πελάτης, που του είχε προπληρώσει ένα ασήμαντο ποσό, δολοφονήθηκε-, με μόνο κίνητρο την επιθυμία αντίδρασης σε αδίστακτα συμφέροντα και την αδρεναλίνη που προσφέρει μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τη συνήθη καθημερινότητα, εκδοχή της επαγγελματικής του ζωής. Η Αστυνομία, αν και σε σχετικά δευτερεύοντα ρόλο, διασώζει αυτή την τιμή της, συμμετέχοντας με το αδιάφθορο κομμάτι της στην ανεύρεση της αλήθειας.

 

Μανώλης Πιμπλής, Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, 23.05.09

 

 


Αστυνομική λογοτεχνία από έναν πολυδιάστατο συγγραφέα

Όταν ο Ζαν Πατρίκ Μανσέτ, ανάμεσα σ' όλα τα άλλα δημιουργικά του, αποφάσισε να γράψει αστυνομικό μυθιστόρημα άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στο γαλλικό polar. Από τους πλέον πολιτικοποιημένους Γάλλους συγγραφείς, πολιτικός ακτιβιστής και ερασιτέχνης σαξοφωνίστας της τζαζ, διευθυντής σειράς κόμικ και σειράς επιστημονικής φαντασίας, κριτικός λογοτεχνίας, και άλλα πολλά, ο Μανσέτ γενικώς δε βολευόταν στην "ησυχία" των ημερών που ακολούθησαν τον Μάη του '68, ούτε έμενε ανυποψίαστος μπροστά στους πολιτικοκοινωνικούς μετασχηματισμούς που συντελούνταν στις μέρες του. Επιπλέον πίστευε ακράδαντα στον διαδραστικό χαρακτήρα της λογοτεχνίας. Ως εκ τούτου, στο αστυνομικό μυθιστόρημα βρήκε πεδίον δόξης λαμπρό προκειμένου να εικονογραφήσει ένα αποσαθρωμένο ήδη πολιτικό σύστημα, μια κοινωνία που έμπαινε στα κόλπα με την ίδια άνεση και το ίδιο αυτονόητα που πήγαινε διακοπές το καλοκαίρι.


Από το 1971 και για μια δεκαετία έγραψε έντεκα αστυνομικά μυθιστορήματα εισβάλλοντας στο είδος με την ορμή της κριτικής του ματιάς. Μοιραία η ηθογραφία του Σιμενόν έμεινε στη γωνία, ο Μανσέτ όμως δεν άφησε κατά μέρος τη λιτότητα, την ατμοσφαιρικότητα και την έντονη δράση του αμερικανικού νουάρ απ' το οποίο μπολιάστηκε εμφανώς και ο ήρωας του στο "Τι λούκι!" που προσφάτως κυκλοφόρησε στη χώρα μας. Μ' αυτόν τον τρόπο ο Μανσέτ, όχι απλώς εδραιώθηκε στην κοινότητα των συγγραφέων αστυνομικών μυθιστορημάτων της χώρας του, αλλά έγινε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του νεο-polar.


Από τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα το "Τι λούκι!" το οποίο έδωσε το υλικό στο κινηματογραφικό "Για το τομάρι ενός μπάτσου" αποτυπώνει επακριβώς τις προθέσεις του Μανσέτ σε σχέση με το αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο ήρωάς του, Ευγένιος Ταρπόν πρώην χωροφύλακας και τώρα ντετέκτιβ στο Παρίσι, μοναχικός, πίνει λίγο, χαμογελάει ακόμα λιγότερο, μαθαίνει αγγλικά, διαβάζει μυθιστορήματα και κοινωνιολογικά ή εξτρεμιστικά βιβλία που του προμηθεύουν ο Χάιμαν και η Σαρλότ, συμπαραστάτες του σε τούτο το βιβλίο, συνήθως ασχολείται με μικροϋποθέσεις, όταν στο γραφείο του μπαίνει μια γηραιά κυρία, σταλμένη από τον αξιωματικό της αστυνομίας Κοκιόλι, και του αναθέτει να βρει την εξαφανισμένη τυφλή κόρη της.


Στο κατόπι της ιστορίας, με δράση καταιγιστική και πολλή βία, ο Ταρπόν βρίσκεται σταδιακά αντιμέτωπος με ένα ίδρυμα τυφλών διασυνδεδεμένο με μια παραθρησκευτική οργάνωση που ταυτόχρονα λειτουργεί ως εργαστήριο ηρωίνης, και πίσω από τις βαριές πόρτες του κτηρίου της κυκλοφορούν και οπλοφορούν μικροαπατεωνίσκοι, πρώην ναζί επιστήμονες, στρατολογημένοι έφηβοι μα και αφελείς νεόπλουτοι. Και ακόμα πιο πίσω ξέπλυμα χρήματος, επίορκοι αστυνομικοί.


Όλο αυτό το κουβάρι ξετυλίγεται σιγά σιγά, με γοργούς μυθιστορηματικούς ρυθμούς και κινηματογραφική αφήγηση, καθώς ο Ταρπόν και οι δυο, και μοναδικοί άλλωστε, φίλοι του κεντράρουν τον στόχο τους. Και ο Μανσέτ τραβάει την κουρτίνα πίσω από την οποία αποκαλύπτονται οι σύγχρονες πρακτικές του εγκλήματος. Ο ίδιος έγραψε το "Τι λούκι!" στα μέσα της δεκαετίας του '70. Κι όμως όλα μοιάζουν να συμβαίνουν σήμερα στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 2000. Σαν να διαβάζεις την είδηση στο διαδίκτυο ή να τη βλέπεις πρώτο πλάνο στα παράθυρα των τηλεδελτίων. Με τη μόνη διαφορά ότι εδώ σπάνια θα ακούσεις την αυτοκριτική του ήρωα: "είχα λοιπόν, τη χοντρή μου υπόθεση - και δεν αισθάνομαι καμιά ικανοποίηση" ακόμα κι αν συμφωνείς απόλυτα μαζί του όταν μονολογεί "είναι άχαρο να κυνηγάς μικροπαραβάτες, ενώ οι λαθρέμποροι είναι θρονιασμένοι στο Εθνικό Κοινοβούλιο"!



Ο Μανσέτ σταμάτησε να γράφει το 1981. Πέθανε το 1995.

 

Πόλυ Κρημνιώτη, Αυγή, 27.10.2009



ISBN: 978-960-19-0370-5
LANGUAGE: 2009
PAGES: 221
DIMENSIONS: 14.0x21.0
AVAILABILITY:
There are yet no reviews for this product.
Please log in to write a review.

OTHER AUTHOR'S BOOK

A A A Text size:

Sign up here to receive each month our newsletter's list