Ισμαήλ Κανταρέ

  • Greek
  • English
Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Ισμαήλ Κανταρέ

Ισμαήλ Κανταρέ: η λυρικότερη πένα των Βαλκανίων


Ένα σχεδίασμα βιογραφίας του Αλβανού συγγραφέα που εδώ και χρόνια βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το Νόμπελ Λογοτεχνίας.


«Το έργο του Ισμαήλ Κανταρέ είναι μνημειώδες σε ό,τι αφορά τη συγγραφική του αξία, αφού μεταφέρει πανανθρώπινα και παγκόσμια μηνύματα σε ολόκληρη την ανθρωπότητα».

Μπαμίρ Τόπι, Πρόεδρος της Αλβανίας



kad1Ο διεθνώς αναγνωρισμένος πεζογράφος, δοκιμιογράφος και ποιητής Ισμαήλ Κανταρέ (Ismail Kadare) -για πολλούς ο σημαντικότερος Αλβανός συγγραφέας όλων των εποχών- γεννήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 1936 στο Αργυρόκαστρο της Αλβανίας. Όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα και γεμάτα φτώχεια, τα γερά θεμέλια του εκπαιδευτικού συστήματος της πατρίδας του έκαναν τον μικρό Ισμαήλ να νιώσει ασφαλής από μικρή ηλικία.

 

Δραττόμενος της ευκαιρίας ν' αποκτήσει μια ολοκληρωμένη μόρφωση, ο Κανταρέ μπόρεσε να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα εφόδια για τη μελλοντική του σταδιοδρομία. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 έγινε δεκτός στο Τμήμα Ιστορικών και Φιλολογικών Σπουδών του Πανεπιστημίου των Τιράνων, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Ινστιτούτο Γκόρκι της Μόσχας. Οι φυσιογνωμίες που του ενστάλαξαν τον δημιουργικό οίστρο της γραφής, από τα πρώιμα κιόλας νεανικά του χρόνια, ανήκουν στο πάνθεον της διεθνούς λογοτεχνίας. Στο εντυπωσιακό καλειδοσκόπιο των ερεθισμάτων του συγκαταλέγονται οι αρχαίοι Έλληνες τραγικοί της κλασικής εποχής (πρωτίστως ο Ευριπίδης και ο Αισχύλος), όπως επίσης ο Όμηρος, ο Δάντης, ο Γκαίτε, ο Θερβάντες, ο Σαίξπηρ, ο Κάφκα και ο Τζόις. Παράλληλα, η αγάπη του για το έργο του Καζαντζάκη, του Σεφέρη και του Ελύτη τον έφεραν πιο κοντά στον ελληνικό πολιτισμό, ενώ το παζλ των επιρροών του συμπληρώθηκε από το έντονο ενδιαφέρον του για την ελληνική μυθολογία στην οποία εξάλλου-σύμφωνα με τον ίδιο- έχει τις ρίζες της εθνογένεσής του ο αλβανικός λαός. Το ίδιο εμφανείς είναι οι έμμεσες αναφορές του έργου του στους μύθους του Οιδίποδα και της Αντιγόνης, τους οποίους ο συγγραφέας αναδομεί με αριστοτεχνικό τρόπο προκειμένου να εκφράσει τη βαθιά αγωνία του αλβανικού λαού για το κοινωνικοπολιτικό τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει η χώρα. Ταυτόχρονα, ως πρωταρχική ύλη για τη δημιουργία του μυθοπλαστικού του σύμπαντος, ο Κανταρέ χρησιμοποιεί άφθονα στοιχεία από τη βαλκανική παράδοση (θρύλους, παραλογές, τοπικά ήθη κι έθιμα της υπαίθρου) μπολιάζοντάς τα με εγγενή χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού πολιτισμού (εραλδικά σύμβολα εξουσίας, αναφορά σε δυναστείες, βασιλείς και μονάρχες). Δύο βιβλία όπου συνδυάζονται με αριστοτεχνικό τρόπο όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι η νουβέλα «Ποιος έφερε την Ντορουντίν;», η οποία εμπνέεται από το -γνωστό σε όλους τους βαλκανικούς λαούς- δημοτικό άσμα «Του νεκρού αδελφού», καθώς και το «Γεφύρι με τις τρεις καμάρες» το οποίο είναι βασισμένο στο μύθο του γεφυριού της Άρτας.

 

 

kad-skitsoΤο 1946 κηρύσσεται ως πολίτευμα της Αλβανίας η λαϊκή δημοκρατία και το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ενβέρ Χότζα καταλαμβάνει την εξουσία. Οι απόψεις των μελετητών διίστανται ως προς το αν ο συγγραφέας υπήρξε πραγματικά αντιφρονούντας κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του ολοκληρωτικού καθεστώτος. Κάποια από τα γνωστότερα έργα του (όπως το μυθιστόρημα «Το παλάτι των ονείρων» το οποίο λογοκρίθηκε από την εξουσία) χρησιμοποιούν έξυπνες αλληγορίες και δυνατούς συμβολισμούς καταγγέλλοντας με παρρησία το κλίμα της καταπίεσης και της κατάφωρης καταπάτησης των πολιτικών δικαιωμάτων με το οποίο επιβλήθηκε το καθεστώς. Όσοι, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι ο Κανταρέ δεν υπήρξε ποτέ αντιφρονούντας βασίζουν την άποψή τους στον ισχυρισμό ότι ο συγγραφέας είχε εξαρχής την υποστήριξη του Ενβέρ Χότζα. Στην πραγματικότητα, μέχρι τη μεταβατική περίοδο που το καθεστώς άρχισε να γίνεται αυταρχικό -δείχνοντας για πρώτη φορά το πραγματικό του πρόσωπο-, ο Κανταρέ διέθετε το προνόμιο να ταξιδεύει σε χώρες του εξωτερικού ως διανοούμενος και ως επίσημο στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Παρ' όλα αυτά, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, εκείνη την περίοδο δεν υπήρξε τίποτε πιο συνηθισμένο από το να είναι κανείς μέλος του Κόμματος, αφού ουσιαστικά ισοδυναμούσε με το να είναι μέλος ενός απλού συνδικάτου! Η δεκαετία του '50 κλείνει με την έκδοση του πρώτου του μυθιστορήματος, «Μια πόλη χωρίς διαφημίσεις», το οποίο λογοκρίνεται αμέσως από το καθεστώς. Το αναγνωστικό κοινό θα μπορέσει τελικά να το διαβάσει με καθυστέρηση πολλών ετών...


Το 1960 η Αλβανία διακόπτει τις σχέσεις της με τη Σοβιετική Ένωση και ο συγγραφέας φεύγει από τη Μόσχα αποφασίζοντας να επιστρέψει οριστικά στην πατρίδα του. Εκεί όμως ανακαλύπτει ότι η Αλβανία βρίσκεται πλέον ολότελα αποκομμένη από την Ευρώπη και τον υπόλοιπο χάρτη. Η ταυτόχρονη διακοπή των σχέσεών της με τη Δύση, την Κίνα και τη Σοβιετική Ένωση μετατρέπει τη χώρα στο πιο απομονωμένο κράτος του κόσμου, βυθίζοντας τον αλβανικό λαό στο σκοτάδι. Έχοντας προηγουμένως εμφανιστεί στα αλβανικά γράμματα ως δημοσιογράφος και στη συνέχεια ως ποιητής, το 1963 ο Κανταρέ κάνει στροφή 360 μοιρών εκδίδοντας το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο στρατηγός της νεκρής στρατιάς», με το οποίο καθιερώνεται ως ένας από τους σημαντικότερους Αλβανούς λογοτέχνες της γενιάς του. Από τότε έως τις μέρες μας, ο συγγραφέας εξακολουθεί να βρίσκεται ανελλιπώς στην πρωτοπορία της πολιτιστικής ζωής του τόπου του.

 

Μες στα επόμενα χρόνια, κατά τη διάρκεια του πογκρόμ της τρομοκρατίας που εξαπέλυσε ο Χότζα προς τους αντιφρονούντες του καθεστώτος, ο Κανταρέ αντιστάθηκε στη σαρωτική επιβολή του ολοκληρωτισμού αντιτάσσοντας στον «δούρειο ίππο» του σοσιαλιστικού ρεαλισμού τα δικά του εκφραστικά μέσα, αντιδρώντας με αυτό τον τρόπο ως αυθεντικός δημιουργός. Το συγγραφικό του ύφος υπήρξε απλό και προσιτό, ενώ οι αλληγορίες των μυθιστορημάτων του διέθεταν εξαρχής την απαιτούμενη δύναμη ώστε να μπορούν να γίνονται άμεσα αντιληπτές από τους αναγνώστες. Επινοώντας ένα εκπληκτικό κράμα φαντασίας και ρεαλισμού, ο Κανταρέ σκιαγράφησε με μοναδική οξυδέρκεια και ευρηματικότητα την αλβανική κοινωνία της εποχής του Χότζα. Στο έργο του, οι αναπόφευκτες αναφορές στην πολιτική εναλλάσσονται με ερωτικές ιστορίες οι οποίες έχουν συνήθως τραγική κατάληξη. Ενώ οι ήρωες των βιβλίων του είναι κυρίως καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και της υπαίθρου, ένα μέρος της δημιουργικής του φαντασίας εκφράζεται έμμεσα με τη χρήση παρομοιώσεων, μεταφορών και αρχετυπικών συμβολισμών οι οποίοι στρέφονται κατά της εξουσίας.

 

Έχοντας ως αφετηρία το «τοπικό», δηλαδή τα στενά όρια της πατρίδας του, ο Κανταρέ καταλήγει να εκφράζει το «οικουμενικό», μεταδίδοντας στους αναγνώστες πανανθρώπινα μηνύματα. Η αλληγορική αναφορά του έργου του σε πέτρινα, επιβλητικά και ογκωδέστατα οικοδομήματα παραπέμπει στην εγκαθίδρυση και την ασφυκτική επιβολή του απολυταρχικού καθεστώτος επί αλβανικού εδάφους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της διεισδυτικής ματιάς και της οξυμένης αντίληψης του συγγραφέα αποτελούν οι τίτλοι «Το κάστρο», «Το μεγάλο τείχος», «Το χρονικό της πέτρινης πόλης», «Η πυραμίδα», «Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες», «Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας» και «Το παλάτι των ονείρων». Στην πραγματικότητα, ο Κανταρέ υπέσκαπτε το καθεστώς «εκ των έσω» παραμένοντας «τυπικά» στις τάξεις του κόμματος επί σειρά ετών, προκειμένου να μπορεί να εκδίδει ανενόχλητος τα έργα του... Δεν είναι λίγες οι νουβέλες του που βάζουν στο στόχαστρο την εξουσία επιστρατεύοντας ως όπλα τους τη σάτιρα, την ειρωνεία, την ανατρεπτικότητα του μαύρου χιούμορ, καθώς και τα στοιχεία του κωμικοτραγικού και του παράδοξου. Εδώ η επιρροή του Λωτρεαμόν και του Πιραντέλο στο συγγραφικό ύφος του Κανταρέ είναι ανάγλυφες.

 

 

Συνέντευξη του Ισμαήλ Κανταρέ στο ειδησεογραφικό κανάλι Euronews (20.10.2009) με αφορμή το βραβείο «Πρίγκιπας των Αστούριας» με το οποίο τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του.

 

 

 


Στα μέσα της δεκαετίας του '80, τα έργα του Κανταρέ εκδίδονται για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκή χώρα εκτός των συνόρων της Αλβανίας: ο συγγραφέας καταφέρνει να «φυγαδεύσει» τα έγγραφά του στο Παρίσι, όπου ο εκδοτικός οίκος Fayard αναλαμβάνει τη μετάφρασή τους στα γαλλικά. Η αλβανική κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να σταθεί εμπόδιο στη διεθνή αναγνώριση του έργου του Κανταρέ, αφού ο συγγραφέας είναι πλέον επίσημος προσκεκλημένος του Γάλλου εκδότη και η καριέρα του βρίσκεται σε κομβικό σημείο. Είναι η περίοδος που ο Κανταρέ θα γίνει πρόεδρος της Ένωσης Αλβανών Συγγραφέων και Καλλιτεχνών, λίγο πριν πάρει την απόφαση ν' αφήσει τη χώρα του οριστικά. Το 1985 ο Χότζα πεθαίνει, αλλά η Αλβανία μοιάζει ακόμη να βρίσκεται μακριά από την έξοδο του τούνελ και του πολιτικού αδιέξοδου. Ακριβώς την ημέρα του θανάτου του δικτάτορα κυκλοφορεί η νέα του νουβέλα, «Το φεγγαρόφωτο», η οποία αντιμετωπίζεται αμέσως με εχθρικότητα, ενώ την επομένη απαγορεύεται πλέον και επισήμως από την εξουσία. Θα ακολουθήσει το «Παλάτι των ονείρων», η έκδοση του οποίου προκαλεί θυελλώδεις αντιδράσεις στο έτοιμο προς κατάρρευση κομμουνιστικό καθεστώς. Τελικά, έπειτα από την πρόκληση σοβαρών επεισοδίων το βιβλίο θα απαγορευτεί, ακολουθώντας τη μοίρα του προκατόχου του. Παρ' όλα αυτά, τα συγκεκριμένα γεγονότα θ' αποτελέσουν μια πολύ καλή «διαφήμιση» του έργου του Κανταρέ στις χώρες του εξωτερικού. Πριν καλά καλά τελειώσει η δεκαετία του '80, τα βιβλία του θ' αρχίσουν να μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες, καθιστώντας το δημιουργό τους έναν συγγραφέα διεθνούς βεληνεκούς.


Το 1990, λίγο πριν από την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία, ο Κανταρέ διαφεύγει στη Γαλλία αναζητώντας πολιτικό άσυλο. Έχοντας πλέον μετοικήσει στο Παρίσι καταγγέλλει το καθεστώς της χώρας του μέσω του διεθνή Τύπου, δηλώνοντας δημοσίως ότι «ο συγγραφέας είναι από τη φύση του εχθρός της δικτατορίας», καθώς επίσης ότι «η δικτατορία και η αυθεντική λογοτεχνία είναι δύο έννοιες ασύμβατες κι εκ διαμέτρου αντίθετες» και ότι «το πιο διαβολικό πράγμα που έκανε ο κομμουνισμός ήταν ότι υποχρέωνε τους συγγραφείς να δολοφονούν οι ίδιοι την τέχνη τους». Την ίδια περίοδο, επιχειρώντας να σχολιάσει την κατάρρευση της αλβανικής κυβέρνησης, ο Κανταρέ δηλώνει στα ΜΜΕ ότι «τα Τίρανα έχουν τη γοητεία του καθεστώτος που ανατράπηκε, μαζί με όλη τη σκόνη που αυτό συνεπάγεται». Συνεχίζει προσθέτοντας ότι ως συγγραφέας, δεν ασχολείται ούτε με τους κομμουνιστές ούτε με τους αντικομμουνιστές, αφού τα μηνύματα που βρίσκονται στα βιβλία του απευθύνονται σε όλους... Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '90 ο Κανταρέ αναγνωρίστηκε επισήμως από τον κύκλο των Γάλλων καλλιτεχνών και διανοουμένων (καθώς και των ομοτέχνων τους στο εξωτερικό) οι οποίοι εκτίμησαν δεόντως την αξία του συγγραφικού του έργου. Το 1996 ο συγγραφέας έγινε μέλος της γαλλικής Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών, ενώ την τελευταία δεκαετία μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Γαλλίας κι Αλβανίας, έχοντας προηγουμένως επισκεφτεί τη χώρα του το 1999, έπειτα από μια μεγάλη περίοδο απουσίας.


kad5Ποιήματα, διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα του πολυγραφότατου Αλβανού διανοούμενου έχουν εκδοθεί σε περισσότερες από 40 χώρες ανά τον κόσμο, ενώ ο ίδιος θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους πεζογράφους του 20ού αιώνα. Τα έργα του στην αλβανική ξεπερνούν τα 90, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί σε 35 ξένες γλώσσες. Τη μερίδα του λέοντος κατέχει η γαλλική με 60 συνολικά επισήμως μεταφρασμένα έργα του, ενώ ακολουθεί η ελληνική με 24. Τα περισσότερα εξ αυτών έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα μέσω της γαλλικής, αφού οι Έλληνες επαγγελματίες του κλάδου που μεταφράζουν απευθείας από τα αλβανικά είναι συγκριτικά λιγότεροι. Ένας ακόμη λόγος είναι η εξοικείωση του συγγραφέα με τη γαλλική κουλτούρα και οι ιδιαίτερες φιλικές του σχέσεις με Γάλλους εκδότες, συγγραφείς, δημοσιογράφους και μεταφραστές. Στα γνωστότερα έργα του συγκαταλέγονται «Το χρονικό της πέτρινης πόλης» (1971), «Ο ρημαγμένος Απρίλης» (1978), «Το κονσέρτο» (1988) και «Το παλάτι των ονείρων» (1988). Το 2005 ο Ισμαήλ Κανταρέ τιμήθηκε με το πρώτο Διεθνές Βραβείο Μαν Μπούκερ (Man Booker International Prize), ενώ παράλληλα ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Σχετικά με την υποψηφιότητά του για το Νόμπελ, ο συγγραφέας έχει δηλώσει: «Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Είναι κάτι που συζητείται εδώ και καιρό, αλλά πραγματικά δεν με αφορά. Παρότι έχω προταθεί κάποιες φορές, έως τώρα δεν είχα την τύχη να διακριθώ. Παρ' όλα αυτά, το μέλλον είναι γεμάτο εκπλήξεις. Δεν θέλω να σκέφτομαι πώς θα εξελιχθεί... Μοιάζει λίγο σαν να παίζεις πόκερ: δεν υπάρχει λόγος ούτε να ελπίζεις ούτε να μην ελπίζεις. Όλα είναι πιθανά...»


Την ίδια περίοδο, επιθυμώντας να σχολιάσει το πώς αντιμετωπίζει τη φήμη και τη διεθνή αναγνώριση, ο Κανταρέ δήλωσε: «Είναι δυστυχία για κάποιον να γίνεται διάσημος συγγραφέας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, γιατί εδώ οι αυτόχθονες λαοί είναι υπέρμετρα φιλόδοξοι και ζηλόφθονοι. Ο αλβανικός λαός, για παράδειγμα, πέρασε εν ριπή οφθαλμού από την απόλυτη καταπίεση στην απόλυτη ελευθερία! Αυτό μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο, δεδομένου ότι δεν γνωρίζουν όλοι τα όρια της ελευθερίας... Μπορεί, έτσι, κάποιος που είναι διάσημος να γίνει εύκολα αντικείμενο φθόνου». Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αλβανικής λογοτεχνίας, με τον οποίο είναι γνωστό ότι ο Κανταρέ διαφωνεί ανοιχτά, είναι ο συγγραφέας Ρετζιέπ Κιοσέ. Συγκεκριμένα, ενώ ο Κανταρέ χαρακτηρίζει τον εξισλαμισμό του αλβανόφωνου πληθυσμού ένα «ιστορικό ατύχημα» -εμμένοντας ουσιαστικά στην ευρωπαϊκή ταυτότητα των Αλβανών- ο Κιοσέ υποστηρίζει ότι το ισλαμικό στοιχείο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής ταυτότητας της πατρίδας του.


Στις 24 Οκτωβρίου 2009, ως επισφράγισμα της προσφοράς του στον κόσμο των γραμμάτων και της ευρωπαϊκής πεζογραφίας, ο Κανταρέ ήταν ο πρώτος Αλβανός συγγραφέας που παρέλαβε το ισπανικό λογοτεχνικό βραβείο του «Πρίγκιπα των Αστούριας» («Prince of Asturias Award»), στη διάρκεια της τελετής που πραγματοποιήθηκε στο θέατρο Καμποαμόρ, στο Οβιέδο της Ισπανίας. Τα βραβεία των Αστούριας, τα οποία συνοδεύονται από το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ, θεωρούνται τα ισπανικά βραβεία Νόμπελ και απονέμονται κάθε φθινόπωρο από τον διάδοχο του ισπανικού θρόνου, Φίλιππο, σε προσωπικότητες των τεχνών και των επιστημών απ' όλο τον κόσμο. Συγκεκριμένα, πρόκειται για οκτώ κατηγορίες βραβευθέντων με διακρίσεις σε διαφορετικούς τομείς. (ένας εκ των οποίων είναι η λογοτεχνία). Μαζί με την παλαιότερη διάκρισή του στα βραβεία Μπούκερ, η απονομή του βραβείου Αστούριας στον Ισμαήλ Κανταρέ αποτελεί το μεγαλύτερο πολιτισμικό φόρο τιμής που έχει γνωρίσει η εγχώρια λογοτεχνική κοινότητα της Αλβανίας.

 

 

 

Ο Ισμαήλ Κανταρέ στις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»


atiximaΟι εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» με χαρά ανακοινώνουν τη συνεργασία τους με τον πολυβραβευμένο Αλβανό συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ (Man Booker International Prize, Prince of Asturias Award), συχνό υποψήφιο για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.


Λίγα λόγια για την υπόθεση του τελευταίου μυθιστορήματος του Ισμ
αήλ Κανταρέ, «Το Ατύχημα» («L' accident», Fayard, 2008), το οποίο θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα στα μέσα Απριλίου από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», σε μετάφραση Τηλέμαχου Κώτσια από τα αλβανικά. Διαβάστε την αρχή του μυθιστορήματος κάνοντας κλικ πάνω στο εξώφυλλό του.


Το «Ατύχημα» δεν ανήκει στα «πολιτικά μυθιστορήματα» του Κανταρέ και δεν διαδραματίζεται στην Αλβανία. Είναι ένα μυθιστόρημα ευρωπαϊκό που διαπραγματεύεται το θέμα της ερωτικής επιθυμίας και της αγάπης...


Σ' ένα αυτοκινητικό δυστύχημα, στην Αυστρία, ένα ταξί ξεφεύγει από την πορεία του και ανατρέπεται. Οι δύο εραστές που μεταφέρει είναι νεκροί. Ο οδηγός επιβιώνει. Αλλά δεν καταφέρνει να εξηγήσει γιατί έχασε τον έλεγχο του οχήματος. Ισχυρίζεται πως δεν συνέβη τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός από το ότι οι δύο
επιβάτες... «προσπαθούσαν να φιληθούν...»

Ήδη από τα πρώτα στάδια της έρευνας, εκδηλώνουν ενδιαφέρον για την υπόθεση και οι μυστικές υπηρεσίες δύο βαλκανικών χωρών. Παρ' όλα αυτά, η αστυνομία δεν καταφέρνει να εξηγήσει το παράδοξο αυτό ατύχημα. Οι ιδιαίτερες συνθήκες του, ωστόσο, τραβούν την προσοχή του Ινστιτούτου Τροχαίας της Ευρώπης.

Οι ανακρίσεις γίνονται ακόμη πιο εντατικές. Και όμως, η σύνθεση των γεγονότων οδηγεί και πάλι σε αδιέξοδο. Οι ερευνητές εγκαταλείπουν την υπόθεση ο ένας μετά τον άλλον. Μέχρι που ο ένας από αυτούς, γοητευμένος, αποφασίζει να προχωρήσει σε μια αντίστροφη αναπαράσταση των τελευταίων σαράντα εβδομάδων του ζευγαριού.

Οι πρώτες υποψίες περί δολοφονίας συναντούν το ερώτημα «υπάρχει έρωτας:» ή πρόκειται απλώς για μια ανθρώπινη επινόηση; Και αν τελικά υπάρχει, μπορεί να γίνει πιο οριστικός κι από τον ίδιο το θάνατο;

Τελικά, ο Ισμαήλ Κανταρέ αφηγείται μια ερωτική ή μια αριστοτεχνική αστυνομική ιστορία; Μόνο για ένα μοιάζει να είναι σίγουρος: «Καμία σχέση πάθους δεν επιβιώνει χωρίς το φόβο της απώλειας».


Θα ακολουθήσει η ελληνική έκδοση άλλων δύο παλαιότερων έργων του Κανταρέ:


«Vie, jeu et mort de Lul Mazrek» (Fayard, 2002). Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στα ελληνικά.
«Το παλάτι των ονείρων» (πρώτη ελληνική έκδοση, εκδ. Λιβάνη - Νέα Σύνορα, 1990).

 

ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ, κεντρικοί ήρωες είναι ο Lul Mazrek, ο οποίος ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός, και η Vjollcia Morina, μια όμορφη κοπέλα που εργάζεται σε τράπεζα κι έχει σχέσεις με τη μυστική αστυνομία της κομμουνιστικής Αλβανίας. Μια σειρά από αλλόκοτους χαρακτήρες εμπλέκονται σε μια μυστηριώδη υπόθεση η οποία διαδραματίζεται σε ένα παραθαλάσσιο θέρετρο, νότια της χώρας, λίγο πριν από την πτώση του καθεστώτος. Ο συγγραφέας ασκεί κριτική στο απολυταρχικό καθεστώς της πατρίδας του με όχημα μια ιστορία αγάπης - κάτι, που δεν είναι σύνηθες στα έργα του: το μυθιστόρημα έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως το καλύτερο του Κανταρέ.

 

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ είναι ένα σύντομο μυθιστόρημα, το οποίο η κριτική διεθνώς έχει χαρακτηρίσει ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα σχετικά με τον ολοκληρωτισμό. Στο βιβλίο βρισκόμαστε σε μια Αυτοκρατορία τεράστια, σχεδόν όλων των εθνικοτήτων και των θρησκειών: το «Παλάτι των ονείρων» είναι ένα παράξενο παλάτι όπου συλλέγονται, αρχειοθετούνται και ερμηνεύονται τα όνειρα όλων των υπηκόων της Αυτοκρατορίας. Πρόκειται για μια τεράστια γραφειοκρατική μηχανή που δεν διστάζει να συντρίψει τους ανθρώπους που έχουν «επικίνδυνα» ή «απαγορευμένα» όνειρα... Στη λογική του οργουελιανού «1984», το «Παλάτι των ονείρων» είναι ένα πρωτότυπο και συναρπαστικό μυθιστόρημα που περιγράφει τον αδίστακτο ολοκληρωτισμό «εκ των έσω».

 

 

 

 

Ο Λόγος που εκφώνησε ο Ισμαήλ Κανταρέ κατά την απονομή του διεθνούς βραβείου λογοτεχνίας Man Booker, το 2005



Κύριε Πρόεδρε, αξιότιμα μέλη της επιτροπής, κυρίες και κύριοι,

 

man-b2θα ήθελα να σας ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου γι' αυτή την τιμητική διάκριση. Κι εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι δεν αναφέρομαι μόνο στην απονομή του βραβείου, αλλά και στη γενικότερη ευγενική σας στάση απέναντί μου.

 

Πιθανότατα, κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει λίγο απλοϊκή και συνηθισμένη την απόφαση ενός συγγραφέα -ο οποίος ταξίδεψε δύο χιλιάδες χιλιόμετρα για να παραβρεθεί σήμερα εδώ- να ξεκινήσει το λόγο του με μια προσωπική δήλωση, διακηρύσσοντας μέσω αυτής τη βαθιά του αφοσίωση στη λογοτεχνία. Πόσο μάλλον αν ο άνθρωπος αυτός αποκάλυπτε στο ακροατήριο ότι ουσιαστικά οφείλει στη λογοτεχνία την ίδια του την ελευθερία...

 

Προσωπικά, δεν θα προβώ σε κάποια δήλωση σαν την παραπάνω, παρότι είναι γεγονός ότι τα Τίρανα, η πρωτεύουσα της χώρας μου, απέχουν δύο χιλιάδες χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της Σκοτίας, το Εδιμβούργο. Ωστόσο, όσο παράξενο και αν ακούγεται, οφείλω να ομολογήσω ότι η Σκοτία με βοήθησε σε μεγάλο βαθμό να κατανοήσω τον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία σχετίζεται με την ιδέα της ελευθερίας.

 

Επιτρέψτε μου να συνοψίσω αυτά που έγραψα, σαράντα χρόνια πριν, σε ένα από τα πρώτα μου βιβλία, το αυτοβιογραφικού περιεχομένου «Χρονικό της πέτρινης πόλης», από το οποίο, προ ολίγου, ο καθηγητής κύριος Κάρεϊ μνημόνευσε ορισμένα αποσπάσματα με πρωτοφανή οξυδέρκεια...

 

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια μικρή μεσαιωνική πόλη της Αλβανίας, στην οποία, εδώ και αιώνες, ρίχνει τον απειλητικό ίσκιο του ένα μεγάλο κάστρο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι η θέα του προκαλούσε ανέκαθεν στους κατοίκους ανάμικτα συναισθήματα δέους και τρόμου. Στο παρελθόν, όσες κυβερνήσεις αναρριχήθηκαν στην εξουσία, χρησιμοποίησαν το κάστρο ως φυλακή. Εξαίρεση δεν αποτέλεσε ούτε το κομμουνιστικό καθεστώς! Τόσο τα κελιά των φυλακών -τα οποία βρίσκονται μέσα στον πύργο- όσο και το υπόλοιπο τμήμα του κάστρου ήταν και συνεχίζουν να είναι ορατά από κάθε γωνιά της πόλης. Ακόμη και σήμερα, το κάστρο υψώνεται επιβλητικό σκορπώντας ρίγος προς όλες τις κατευθύνσεις, αντιστεκόμενο πεισματικά στο πέρασμα του χρόνου σε μια μακραίωνη επίδειξη ισχύος...

 

Τα παιδικά μου χρόνια σημαδεύτηκαν ανεξίτηλα από τη σκιά του κάστρου. Πρόκειται για μια ανάμνηση που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Ωστόσο, όλα άλλαξαν όταν ήμουν 11 ή 12 ετών, ενώ βρισκόμουν στο μεταβατικό στάδιο που τα παιδιά μυούνται στην ανάγνωση κι αρχίζουν να εξοικειώνονται με το διάβασμα, το οποίο πλέον γίνεται γι' αυτά μια νέα ασχολία... Τότε ακριβώς εμφανίστηκε στη ζωή μου ένα «δεύτερο κάστρο», το οποίο με συνεπήρε ολοκληρωτικά, στοιχειώνοντας τη φαντασία μου για πάντα. Ήταν ένας σκοτσέζικος πύργος, που δεν βρίσκεται πολύ μακριά από εδώ: πρόκειται για το θρυλικό κάστρο του Μάκβεθ...

 

Αμέσως ανέπτυξα μια εμμονή με το μυστηριώδες και απομακρυσμένο κάστρο του βορρά, η οποία σύντομα επισκίασε το αρχικό ενδιαφέρον μου για τον πύργο των παιδικών μου χρόνων. Εντελώς ξαφνικά, ο τρόμος που κάποτε μου προξενούσαν τα μπουντρούμια και οι βλοσυροί φρουροί του άρχισε σταδιακά να ξεθωριάζει... Μου είχε συμβεί κάτι πρωτοφανές: ενώ στην πραγματικότητα ήμουν ένας έφηβος ο οποίος καταγόταν από μια μικρή χώρα που στέναζε υπό τον κομμουνιστικό ζυγό, ως διά μαγείας, μέσω της μύησής μου στα γραπτά του Σαίξπηρ, βρέθηκα άξαφνα στις ομιχλώδεις ακτές της Σκοτίας!

 

Ήδη από τα εφηβικά μου χρόνια, διαισθανόμουν πως ήμουν πολίτης ενός άλλου βασιλείου, το οποίο ανήκε σε μια τελείως διαφορετική διάσταση: ένιωθα πολίτης του βασιλείου της λογοτεχνίας! Σε αυτό είχα εμπιστευτεί την ηθική μου συνείδηση και -πρωτίστως- την ίδια μου τη φαντασία! Οι νόμοι του νέου μου βασιλείου υπερίσχυαν οποιουδήποτε άλλου νόμου, ενώ ηγέτες του ήταν ο Όμηρος, ο Σαίξπηρ, ο Δάντης και ο Κάφκα. Αυτοί ήταν οι πραγματικοί μου δάσκαλοι. Το μαγικό βασίλειο της λογοτεχνίας με έκανε να παραδοθώ αμαχητί. Η προσήλωσή μου σε αυτό είχε σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα...

 

Όπως ακριβώς συνέβη με εμένα, υπάρχει μία ερώτηση η οποία έχει τεθεί αμέτρητες φορές σε συγγραφείς που προέρχονται από χώρες του πρώην κομμουνιστικού μπλοκ: συχνά, πολλοί με ρωτούν πώς κατάφερα να αφοσιωθώ ολοκληρωτικά στο γράψιμο, ζώντας ταυτόχρονα υπό τέτοιες δυσμενείς κοινωνικοπολιτικές συνθήκες... Η απάντηση είναι πολύ απλή: παρά τις δυσχέρειες εκείνων των χρόνων, όσοι βιώσαμε άμεσα αυτές τις καταστάσεις πιστεύαμε στη λογοτεχνία με όλη μας την ψυχή! Κι εκείνη μας πρόσφερε απλόχερα την έμπνευση, την παρηγοριά και την προστασία που ζητούσαμε, ως αντάλλαγμα για την εμπιστοσύνη και την αφοσίωσή που της δείξαμε!

 

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να προσθέσω ότι η πίστη στη λογοτεχνία ουσιαστικά ισοδυναμεί με τη βαθύτερη πίστη του ανθρώπου σε μια «ανώτερη μορφή αλήθειας»... Όποιος επιστρατεύσει το απαιτούμενο θάρρος για να μπορέσει ν' αντικρίσει κατάματα το μελαγχολικό μεγαλείο της λογοτεχνίας ωθείται αυτόματα στα άκρα, αγγίζοντας τα όριά του. Αναγκάζεται έτσι να συνειδητοποιήσει την απέραντη κενότητα και το τρομακτικό τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει το πολιτικό κατεστημένο της χώρας του.

Η πίστη στη λογοτεχνία σού δίνει τη δύναμη ν' αντιμετωπίσεις τον αστυνομικό που σε παρακολουθεί, τους αξιωματούχους και τους ηγέτες που σε εξουσιάζουν... Σε βοηθά να συνειδητοποιήσεις ότι ο φαύλος κύκλος της τυραννίας που σε καταπλακώνει είναι στην ουσία ένας περαστικός εφιάλτης, ένα τερατώδες οικοδόμημα το οποίο, ωστόσο, δεν μπορεί να σε βλάψει αφού -σε σχέση με τις αξίες και τα ιδανικά στα οποία πιστεύεις- είναι ήδη ξοφλημένο και νεκρό...

 

Για να γίνω περισσότερο κατανοητός, θα σας φέρω ένα παράδειγμα από τη «Θεία Κωμωδία»: καθώς ο Δάντης Αλιγκέρι ταξιδεύει περνώντας μέσα από την κόλαση, βλέπει ένα κατάμαυρο σύννεφο να πλησιάζει απειλητικά προς το μέρος του με τη μορφή ενός σκοτεινού όγκου. Ωστόσο, ο δάσκαλός του ο Βιργίλιος -ο οποίος συνταξιδεύει μαζί του- τον καθησυχάζει λέγοντάς του να μη φοβάται την καταιγίδα «γιατί είναι ήδη νεκρή»!

 

Πιστεύω ότι η συγκεκριμένη φράση του Δάντη συμπυκνώνει με τον καλύτερο τρόπο αυτό που θέλω να πω: αν κανείς καταφέρει να αντιμετωπίσει το ζοφερό κλίμα τρομοκρατίας που προσπαθεί να επιβάλει ένα απολυταρχικό καθεστώς στο λαό, θα είναι πλέον σε θέση ν' αντιληφθεί ότι η παραπάνω απειλή δεν είναι παρά μια τελείως περαστική, μια «νεκρή» καταιγίδα... Μοιάζει κάπως με απάντηση σε αίνιγμα... Ωστόσο, ένας συγγραφέας μπορεί ν' αντλήσει τη συγκεκριμένη απάντηση μόνο μέσω της λογοτεχνίας.

 

Συνήθως, ένας συγγραφέας δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει ότι ζει σε ένα καθεστώς που σπέρνει το θάνατο. Είναι γενικός κανόνας ότι σε ένα απολυταρχικό σύστημα, κάθε είδους καλλιτεχνική έκφραση διώκεται από την εξουσία με πρωτοφανή αγριότητα. Η λογοτεχνία δεν αποτελεί εξαίρεση. Φυσικά, οι συγγραφείς και οι διανοούμενοι είναι τα συνηθέστερα θύματα της λογοκρισίας, αφού βρίσκονται συνεχώς στο μάτι του κυκλώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και αιώνες μπαίνουν πρώτοι στο στόχαστρο της εξουσίας. «Προσφιλείς» τακτικές «παραδειγματισμού» όπως η λογοκρισία, η φυλάκιση, η απέλαση και η εξορία εφαρμόζονταν ανέκαθεν. Ωστόσο, το καθεστώς της χώρας μου δεν αρκέστηκε «απλώς» στην εξάλειψη των σημαντικότερων επιτευγμάτων του παρελθόντος, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν, στο μέλλον, σπέρμα αμφισβήτησης. Όχι! Η εξουσία φρόντισε ώστε τα «σημεία αναφοράς» της πολιτιστικής κληρονομιάς της Αλβανίας, οι «πολιτισμικοί ογκόλιθοι» της χώρας να μην ανεγερθούν ποτέ ξανά. Εντοπίζοντας κι εξαλείφοντας τα ίδια τους τα χαρακτηριστικά, ουσιαστικά απέτρεπε κάθε ενδεχόμενο επανεμφάνισής τους... Αναδύθηκε έτσι μια νέα γενιά συγγραφέων οι οποίοι, δυστυχώς, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αφανίσουν τη λογοτεχνία με το ίδιο τους το χέρι...

 

Από μία άποψη, ο σταλινισμός είχε μεγάλη απήχηση τόσο στις μάζες όσο και στην καλλιτεχνική ελίτ. Σύντομα, ο αριθμός των συγγραφέων που εγκατέλειπαν σταδιακά την παράδοση άρχισε ν' αυξάνεται. Αντίθετα, όσοι επέμεναν να διατηρούν τη φλόγα της προσωπικής τους γραφής ζωντανή -χωρίς να υποκύπτουν στις σειρήνες της προπαγάνδας- έβλεπαν καθημερινά τον αριθμό τους να συρρικνώνεται... Μέσα στην αχανή έρημο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και της στρατευμένης τέχνης, εμείς αποτελούσαμε μόνο μια μικρή μειοψηφία. Παρ' όλα αυτά, στηρίζοντας ο ένας τον άλλον, αψηφούσαμε συνειδητά το καθεστώς και προσπαθούσαμε να γράψουμε τη δική μας λογοτεχνία. Τελικά, παρά τις δυσκολίες, καταφέραμε ν' αντεπεξέλθουμε. Έτυχε βέβαια ορισμένες φορές ν' αποτύχουμε. Βλέποντας όμως τα δεινά του πολύπαθου λαού μας, καταφέραμε να αντλήσουμε την απαιτούμενη δύναμη προκειμένου να του εμφυσήσουμε την αισιοδοξία που χρειαζόταν. Και μόνο η σκέψη ότι ως συγγραφείς είχαμε τη δυνατότητα να παράσχουμε στους συμπατριώτες μας την «πνευματική τροφή» που τόσο πολύ είχαν ανάγκη μάς πλημμύριζε από χαρά!

 

Η συνεισφορά μας συνίσταται στο γεγονός ότι βοηθήσαμε τον αλβανικό λαό να αντιμετωπίσει την πνευματική ασιτία που του είχε επιβάλει το καθεστώς. Ουσιαστικά, μέχρι τότε, οι συμπατριώτες μας ήταν «κρατούμενοι» στην ίδια τους τη χώρα...

 

Τελικά, έπειτα από καιρό -και αφού οι ατελείωτες νύχτες της δικτατορίας είχαν πια φτάσει στο τέλος τους- ξημέρωσε μια μέρα που το καρβέλι το οποίο κρατούσαμε στα χέρια μας, όσο ήμασταν φυλακισμένοι, βρέθηκε συμπτωματικά στο τραπέζι σας! Τότε εσείς, όπου κι αν βρισκόσασταν, σε όλες τις μεγάλες πόλεις του κόσμου -Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Μαδρίτη, Βιέννη, Ρώμη-, πήρατε από περιέργεια το καρβέλι στα χέρια σας αρχίζοντας να το εξετάζετε ερευνητικά... Έπειτα σκεφτήκατε να το δοκιμάσετε, κι αφού δαγκώσατε λίγο το βρήκατε νόστιμο. Συνειδητοποιήσατε, έτσι, ότι μπορείτε κι εσείς να τραφείτε με αυτό, παρόλο που -εν αντιθέσει με εμάς- απολαμβάνατε την ελευθερία σας...

 

Ένας Αλβανός συγγραφέας δεν θα μπορούσε ποτέ του να διανοηθεί μεγαλύτερη τιμή από αυτή... Ήταν κάτι που μοιάζει με θαύμα! Η Αλβανία ήταν μια χώρα μικρή, ξεχασμένη κι απομονωμένη. Μια χώρα που κινδύνευσε να θαφτεί ζωντανή. Κι όμως, έπειτα από καιρό, έδειχνε επιτέλους σημάδια ζωής... Παρά το γεγονός ότι είχε αιχμαλωτιστεί και δεθεί χειροπόδαρα από τη δικτατορία, και μόνο η παρουσία της αποδείκνυε ότι -τουλάχιστον ως έθνος- παρέμενε ζωντανή! Η ψυχή της δεν είχε υποδουλωθεί!

 

Αγαπητοί μου φίλοι, θεωρώ μεγαλειώδες εκ μέρους σας το γεγονός ότι μπορέσατε να αντιληφθείτε το «σήμα κινδύνου» που εξέπεμψαν προς όλο τον κόσμο οι εκπρόσωποι της αλβανικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα άμεσο και ηχηρό μήνυμα, το οποίο γρήγορα μετατράπηκε σε έκκληση, καταφέρνοντας τελικά το ακατόρθωτο! Σήμερα, επομένως, οφείλω τη βράβευσή μου στο ηχηρό εκείνο σήμα που εξέπεμψε η λογοτεχνία της πατρίδας μου. Χάρη σε αυτό μπόρεσα να ταξιδέψω ως εδώ, στη μακρινή Σκοτία. Και είναι αυτό που αύριο θα μου δώσει την ευκαιρία να επισκεφτώ τον τόπο όπου η φαντασία μου περιπλανήθηκε και κατοίκησε για πρώτη φορά: το κάστρο του Μάκβεθ -λόρδου του Γκλάμις και του Κάουντορ- ήταν που πυροδότησε το πάθος μου για τη λογοτεχνία όσο κανείς μυθικός πύργος ή φρούριο της φαντασίας μου...


Ισμαήλ Κανταρέ






Κριτικές που δημοσιεύτηκαν στον Τύπο για τα βιβλία του Ισμαήλ Κανταρέ

 


Για τα «Κρύα λουλούδια του Μάρτη»

Ο μύθος και η ιστορία, το όνειρο και η πραγματικότητα, η Αλβανία των προγόνων και η σημερινή Αλβανία στοιχειώνουν πάντα το έργο του Ισμαήλ Κανταρέ. Πάνω σε αυτό το φόντο μιας μοναχικής κι αινιγματικής χώρας, μπλέκεται η παθιασμένη κι αισθησιακή ερωτική ιστορία ενός ζωγράφου με το μοντέλο του.

 

Greek books web site

 

Ο Κανταρέ σε πλήρη ωριμότητα χειρίζεται τα διδάγματα της μοντερνικής γραφής με αυτοέλεγχο και πειθώ, χρησιμοποιώντας ως όπλα του την ειρωνεία και τη σάτιρα. Ο Αλβανός πεζογράφος, με έξοχες αναπνοές, συνδέει υπόγεια τα σύμβολά του με μια γραφή στο βάθος ποιητική. Τα «Κρύα λουλούδια του Μάρτη» είναι μια σκοτεινή αλληγορία για τη σημερινή Αλβανία. Ένα παράλογο και σουρεαλιστικό πορτρέτο της πατρίδας του συγγραφέα.

 

Τάσος Γουδέλης, «Βιβλιοθήκη», Ελευθεροτυπία, 14.06.2002



Για τις «Ιστορίες τρέλας»

Η πολιτικοκοινωνική ασφυξία της Αλβανίας της εποχής του Χότζα. Επαρχίες βυθισμένες στις προλήψεις και νεαροί που θέλουν να γκρεμίσουν το σύμπαν. Μια νιότη που προσπαθεί, όσο περνά από το χέρι της, να τα βάλει με τους θεσμούς και τα σύμβολα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος... Το έργο διαπνέεται από το εξοντωτικό πνεύμα της μαύρης κωμωδίας: αυτό που οφείλουμε να κρατήσουμε ως τη ζωτικότερη και την πιο σημαντική παρακαταθήκη του Κανταρέ.

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 1.11.2009

 

 

Η πρώτη νουβέλα της συλλογής, με τίτλο «Μέρες Καφενείων», απαγορεύτηκε από το καθεστώς γιατί χαρακτηρίστηκε «παρακμιακή» και ξένη προς τη σοσιαλιστική πραγματικότητα. Μέσα από την οδύσσεια δύο φοιτητών σ' ένα χαμένο χωριουδάκι ξετυλίγεται όλη η πλήξη, ο παραλογισμός και η νοσηρότητα της Αλβανίας εκείνης της εποχής... Στην ομότιτλη νουβέλα, «Ιστορίες τρέλας», αντικατοπτρίζεται με εντυπωσιακό τρόπο μια οικογενειακή ιστορία που παλινδρομεί μεταξύ της λογικής και του παραλόγου.

Greek books

 


Για το «Ποιος έφερε την Ντορουντίν;»

 

Το βιβλίο μάς γνωρίζει μια άγνωστη πτυχή του ταλέντου του Κανταρέ. Μέχρι την τελευταία σελίδα μάς κρατάει με κομμένη την ανάσα.

 

Γαλλικό λογοτεχνικό περιοδικό «Lire»

 

Ο Ισμαήλ Κανταρέ, ο μεγάλος αυτός λογοτέχνης της γειτονικής χώρας, έγραψε ένα αστυνομικό θρίλερ που βασίζεται στην αλβανική εκδοχή του θρύλου του προσφιλούς δημοτικού άσματος «του Νεκρού Αδελφού». Ξεκινώντας απ' αυτόν, ο συγγραφέας ξετυλίγει με μαστοριά και δεξιοτεχνία την εξιστόρηση του ολοκαυτώματος μιας οικογένειας σε μια κωμόπολη της μεσαιωνικής Αλβανίας.

 

Χ. Α. Αλεξόπουλος, «Η Λογοτεχνία, συνδετικός κρίκος των Βαλκανικών λαών», The Arcadia website - Δικτυακός Τόπος Αρκαδίας, Πανεπιστήμιο Πατρών

 

 

Για το δίπτυχο έργο «Η κόρη του Αγαμέμνονα. Ο διάδοχος»

 

Η «Κόρη του Αγαμέμνονα» είναι η συγκλονιστική ιστορία ενός έρωτα που παρασύρθηκε απροσδόκητα και κομματιάστηκε από τα παγερά γρανάζια της κρατικής μηχανής. Ο «Διάδοχος» εμπνέεται από το σκοτεινότερο αίνιγμα στην ιστορία της σύγχρονης Αλβανίας: το μυστηριώδη θάνατο του δελφίνου του Αλβανού κομμουνιστή δικτάτορα Ενβέρ Χότζα... Δύο σύντομα μυθιστορήματα που όχι μόνο τοποθετούν στη σκηνή τα ίδια πρόσωπα, αλλά αποτελούν και μία από τις πλέον ολοκληρωμένες λογοτεχνικές συνθέσεις του Ισμαήλ Κανταρέ.

 

Greek books web site


Για τον «Ρημαγμένο Απρίλη»

 

Αλβανία, αρχές του εικοστού αιώνα. Στο Οροπέδιο του Θανάτου επικρατεί το «Κανούν» ή «Εθιμικό Δίκαιο», κώδικας προγονικών νόμων που ρυθμίζει τη ζωή των βουνίσιων σε όλες τις φάσεις της, δημιουργώντας βεντέτες που κρατούν σχεδόν έναν αιώνα... Σε μια σφιχτοδεμένη αφήγηση που δεν κάνει παραχωρήσεις στην εικόνα, ο μεγάλος συγγραφέας Ισμαήλ Κανταρέ περιγράφει το μηχανισμό του Κανούν, τις ιδεολογικές και οικονομικές του βάσεις και τις άμεσες ή έμμεσες συνέπειές του για τα πρόσωπα που εξουσιάζει: το θάνατο, το σπαραγμό, τη διάλυση των σχέσεων.

Greek books web site

 

 

Για «Το πέταγμα του αποδημητικού»

 

Σ' ένα περιβάλλον ζοφερό και γκρίζο, οι ζωές των ηρώων ακινητοποιούνται. Φλερτάρουν με την εξουσία, λατρεύουν το πάθος, αποζητούν την αμαρτία, καλούν το θάνατο σαν μόνη λύτρωση. Τρεις ιστορίες επιφανειακά αυτόνομες, μ' ένα κοινό φόντο γεωγραφικό, ιστορικό, πολιτικό. Αυτόνομες σε πρώτη ανάγνωση και όμως τόσο στενά δεμένες σε μια δεύτερη. Ο Κανταρέ θέτει ερωτήματα, δεν δίνει απαντήσεις. Στήνει το σκηνικό όπου ήρωες και κομπάρσοι μπορεί να έχουμε υπάρξει κι εμείς.

Greek books web site

 

 

Για «Το παλάτι των ονείρων»

 

Το «Παλάτι των ονείρων» είναι ένα έργο βαθύτατα ανθρώπινο, γεμάτο αλληγορίες και αινίγματα, έργο μεγαλειώδες που κινείται αρμονικά ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Ο συγγραφέας, φανερά επηρεασμένος από τον Δάντη και τον δημιουργό της «Δίκης», εξυφαίνει τον δικό του αλληγορικό ιστό, στέλνει τον ήρωά του «εις το πυρ το εξώτερον».

Greek books web site



Εργογραφία του Ισμαήλ Κανταρέ μεταφρασμένη στα ελληνικά

(Άπαντα τα πεζά και τα δοκίμια του συγγραφέα θα επανακυκλοφορήσουν από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, οι οποίες έχουν πλέον τα δικαιώματα της μετάφρασης των έργων του):


Πεζά:


Το ατύχημα (θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» στις 12 Απριλίου 2010)
Vie, Jeu et Mort de Lul Mazrec (μυθιστόρημα του 2002, θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά σε ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», το 2011)
Ιστορίες τρέλας (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2009)
Ο στρατηγός της νεκρής στρατιάς (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2007)
Η κόρη του Αγαμέμνονα. Ο διάδοχος (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2006)
Το πέταγμα του αποδημητικού (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2003)
Κρύα λουλούδια του Μάρτη (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2002)
Μια πόλη χωρίς διαφημίσεις (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2001)
Ποιος έφερε την Ντορουντίν; (Ροές, 2001)
Ρημαγμένος Απρίλης (Ροές, 2001)
Τρία τραγούδια πένθιμα για το Κοσσυφοπέδιο (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2000)
Μια γυναίκα από τα Τίρανα (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1999)
Ο αετός (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1997)
Spiritus (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1997)
Τα ταμπούρλα της βροχής (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1996)
Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας και άλλες ιστορίες (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1996)
Φεγγαρόφωτο (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1995)
Η σκιά (Πατάκης, 1995)
Η πυραμίδα (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1994)
Πρόσκληση στο εργαστήρι του συγγραφέα (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1994)
Το τέρας (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1993)
Το κονσέρτο (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1992)
Φάκελος Ο (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1992)
Το χρονικό της πέτρινης πόλης (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1991)
Το παλάτι των ονείρων (Λιβάνης - Νέα Σύνορα, 1990. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει σε νέα μετάφραση από τα Ελληνικά Γράμματα)
Η κόχη της ντροπής (Ροές, 1990)
Το λυκόφως των θεών της στέπας (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1990)
Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1989)


Δοκίμια - Μελέτες:

Αισχύλος, ο μέγας αδικημένος (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1999)

 

 


Επιμέλεια αφιερώματος: Γιώργος Τσελώνης, Νικόλ Λαφαζάνη.
Το ξενόγλωσσο υλικό (κείμενα και βίντεο) μεταφράστηκε από τον Γιώργο Τσελώνη.

Ο υποτιτλισμός του βίντεο έγινε από την Αλεξάνδρα Γρυπάρη.

 


A A A Text size:

Γραφτείτε εδώ για να λαμβάνετε κάθε μήνα το Newsletter μας