Παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος» στις Αναγνώσεις της εφημερίδας Αυγής (24.01.2010)

  • Greek
  • English
Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος» στις Αναγνώσεις της εφημερίδας Αυγής (24.01.2010)

Παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος» στις Αναγνώσεις της εφημερίδας Αυγής (24.01.2010)

metaxy-sfyras-b

 

Με δύναμη απ' τη Μακεδονία

 

Τα διηγήματα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη οριοθετούνται από τον τίτλο τους τόσο θεματικά όσο και από πλευράς εντοπιότητας. Ο Σκαμπαρδώνης αποτυπώνει σε αυτά λιγότερο ή περισσότερο δύσκολες καταστάσεις (κατά τη ρήση «μεταξύ σφύρας και άκμονος» που έχει παραφθαρεί για τις ανάγκες του τίτλου) αλλά και το έντονο βορειοελλαδίτικο χρώμα της Δυτικής Μακεδονίας, περιοχής που διατρέχει ο Αλιάκμονας, και που θα μπορούσαμε να την ορίσουμε ως τον ευρύτερο χώρο μέσα στον οποίο διαδραματίζονται οι ιστορίες των ανά χείρας διηγημάτων του.


Ο συγγραφέας καταφέρνει να καλλιεργήσει την αίσθηση της εντοπιότητας και να μιλήσει μέσα από αυτή για οικουμενικά ζητήματα. Οι χαρακτήρες του είναι λίγο «λοξοί», μοναχικοί, αδιέξοδοι, αλλά και ταπεινοί, άλλοτε θύματα, άλλοτε θύτες, αδαείς, που εντάσσονται μέσα σε αντίστοιχες καταστάσεις, στις οποίες δανείζουν τα χαρακτηριστικά τους και έτσι φωτίζονται οι αντινομίες της ζωής.


Τα διηγήματα που χαρακτηριστικά ενσαρκώνουν τη σχετική ρήση, μεταξύ «σφύρας και άκμονος», είναι «Ο γουλιανός κοντά στην ακτή», όπου τα νεογέννητα σκυλιά βρίσκονται ανάμεσα στον πνιγμό και το στομάχι του γουλιανού, και η «Φάλαινα δεμένη στην ελιά», με την παντρεμένη γυναίκα να αιωρείται ανάμεσα στη σύμβαση και τη φιλαρέσκεια. Πρόκειται για καρναβαλικά διηγήματα που διαθέτουν το ύφος ενός λαϊκού αστείου, το οποίο στήνεται πάνω σε μια λαϊκή, γκροτέσκα κατάσταση: Η γυναίκα, με το σώμα που παλεύει με τη φθορά, μαζί με τον τεραστίων διαστάσεων σύζυγο και το παιδί-θύμα, κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, ενώ εκείνη παίζει συνεχώς με το κινητό της και τον διπλανό άντρα στην παραλία. Ο πατέρας που περηφανεύεται για το τεράστιο ψάρι που έπιασε, ενώ η ψαριά του δεν είναι παρά αποτέλεσμα της πείνας του γουλιανού που βγήκε στην στεριά, όταν είδε τα μικρά σκυλάκια. Μέσα στον πανηγυρικό τους τόνο, τα διηγήματα αυτά σκοπεύουν στις ανθρώπινες αδυναμίες, που είναι η μαγιά της ζωής.


Εκατέρωθεν αυτών των διηγημάτων συναντούμε δύο ειδών διηγήσεις. Η πρώτη συνίσταται σε καθημερινά στιγμιότυπα, τα οποία ενέχουν έναν στοχαστικό υπαινιγμό. Οι τίτλοι είναι κατατοπιστικοί: «Δύο γέροι στα Goody's», «Ο Τάκης ακούει Μέντελσον», «Ο οδοκαθαριστής, 5.30 το πρωί», κ.ά. Η δεύτερη είναι πιο μυθοπλαστική, αφού αν στην πρώτη κατηγορία διηγημάτων ο Σκαμπαρδώνης τραβάει φωτογραφίες, στη δεύτερη γυρίζει ταινία. Εδώ, εκτός από τη διάρκεια της αφήγησης, διακρίνουμε και τη διάρκεια του χρόνου, τόσο του ιστορικού όσο και του προσωπικού, ως στοιχείο του περιεχομένου της.


Η ιστορία μπλέκεται με το σήμερα χαρακτηριστικά στο διήγημα «Εμφύλιος 2007», όπου ο πόλεμος συνεχίζεται, περισσότερο από εξήντα χρόνια μετά, σαν οικογενειακή βεντέτα, με σημείο αναφοράς ένα οικογενειακό μνημείο. «Η φωτογραφία με τον Άρη» ανακινεί μνήμες ιδιαίτερα προσωπικές, σχεδόν μνήμες σώματος, σε «διπλανούς» ανθρώπους. Στην παραϊστορική προσέγγιση, αυτή του θρύλου, στο διήγημα «Ένα κεφάλι κασέρι», μια ιστορία πλάθεται για να ερμηνευτεί η λέξη «κεφαλόβρυσο», με το κεφάλι να μην αναφέρεται πια σε ένα τυρί. Τέλος, η ειρωνική ματιά πάνω στην επίσημη ιστορία, «στον τάφο του στρατηγού», όπου ο Ανδρόνικος κολακεύει τον αγρότη, λέγοντάς του ότι βρήκε στο χωράφι του τον τάφο του προγόνου του, ή που ο αγρότης πολύ θα ήθελε να είναι έτσι και αυτό διηγείται, ενώ «τα σπυριά των καλαμποκιών γελούνε μέσα από ξανθοκόκκινα γένια».


Στα διηγήματα που αξιοποιούν τον προσωπικό χρόνο, οι χαρακτήρες αναμετρούνται με τη ζωή τους. Τους συναντούμε σε ένα κρίσιμο σημείο στο παρόν και γινόμαστε μάρτυρες αυτής της πάλης. Σε διηγήματα όπως το «Ασάλευτο βαγόνι» και «Άπνοια στην Τριστινίκα», οι χαρακτήρες νικιούνται από τη διαδρομή που διήνυσαν, ενώ ο Mάϊκλ στο διήγημα «Ο Μάικλ στο αχούρι» είναι ακριβώς εξαιτίας αυτής της προσωπικής του διαδρομής που οι παρούσες αναποδιές τον αφήνουν ασυγκίνητο.


Ο Σκαμπαρδώνης επιδεικνύει ιδιαίτερη μαστοριά στο να ξεφτίζει την ιστορία με τη μυθοπλαστική βελόνα του και ίσως είναι σε αυτόν τον τρόπο γραφής που διακρίνεται περισσότερο. Ο κόσμος κάτω από τη λίμνη, την οποία ούτε ο Κουστώ κατάφερε να εξερευνήσει, έγινε παρόλα αυτά αντικείμενο εξερεύνησης του ερασιτέχνη πατέρα και γιου, χαρίζοντας εξαιρετικές εικόνες στο συγκεκριμένο διήγημα. Ο θρύλος για το κεφαλόβρυσο παραμορφώθηκε από ένα «μαύρο» αστείο, που συνέδεσε το κεφάλι του τυριού με το κεφάλι του κλέφτη. Αλλά και στα παλαιότερα μυθιστορήματά του, πάνω στη ζωή του Τσιτσάνη και του Βαμβακάρη, ο Σκαμπαρδώνης διακρίνεται για τη δημιουργική ζεύξη της μυθοπλασίας με την ιστορία.


Τα διηγήματα του ανά χείρας τόμου κουβαλούν τις χαρακιές του χρόνου. Μιλούν για τη ζωή αλλά υπαινίσσονται το τέρμα της. Αυτή η σκιά τα εμποτίζει με μια μελαγχολία που κλιμακώνεται σταδιακά, φτάνοντας στο απόγειό της στα μεσαία διηγήματα και καταλήγει πιο ανάλαφρη στα τελευταία. Είναι μια μελαγχολία γόνιμη, γιατί αποτυπώνει την πολυπλοκότητα της ζωής, ενώ διατηρεί δυνατή την πίστη στον ανθρώπινο παράγοντα.

 

Βιβή Ζωγράφου-Πόνσε, Αναγνώσεις, Αυγή, 24.01.2010


A A A Text size:

Γραφτείτε εδώ για να λαμβάνετε κάθε μήνα το Newsletter μας