
Έτσι όπως ακριβώς περιγράφει ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του, μιας συλλογής διηγημάτων που γράφηκαν παρενθετικά μεταξύ άλλων από το 2004 μέχρι πριν από λίγους μήνες, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος» παραμονεύει, παρατηρεί, αυτοπαρατηρείται, αφουγκράζεται, μετουσιώνει και γράφει όλα αυτά που βρίσκονται πιο κοντά στο δικό του σύμπαν.
Όσοι τον γνωρίζουν προσωπικά από τους χώρους δουλειάς -εργάζεται στη «Μακεδονία», διηύθυνε στο παρελθόν την εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» και μερικά περιοδικά που βραβεύτηκαν (Ιπεκτσί για το Θ' 97, ευρωπαϊκό βραβείο European Award NewsPaper design για το εξαιρετικό πoλιτιστικό περιοδικό Πανσέληνος)- αλλά και τις περιηγήσεις του στην πόλη ξέρουν ότι παρατηρεί τα πάντα, από τα πιο σημαντικά μέχρι τα πιο ασήμαντα στα μάτια κάποιου μη συγγραφέα. Η έμπνευση δεν έχει συγκεκριμένη ώρα παρουσίας, γι' αυτό και τα διηγήματα αυτού του βιβλίου συνελήφθησαν, ενώ ήταν απορροφημένος στο μυθιστόρημά του. «Καταγράφω την έμπνευση για κάτι που μπορεί να γίνει μόνο διήγημα. Ξέρεις, το διήγημα έχει άλλη δομή, χρειάζεται άλλη διεργασία, είναι σαν ποίημα, άλλη απόλαυση, θέλει ευθυβολία και αιφνιδιασμό, σαν μαχαιριά. Δεν αντέχει τη χαλαρότητα, η οποία συγχωρείται κάποια στιγμή στο μυθιστόρημα. Η έμπνευση πηγάζει από τα κατεξοχήν συμβάντα γύρω, τις συναναστροφές, τα ταξίδια, τις συνομιλίες, τις περιπέτειες του περίγυρου, αρκεί να έχει αντιστοιχία με το δικό μου κόσμο και να βρίσκεται μέσα στο δικό μου αφηγηματικό σύμπαν».
ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΑΙ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ
Όμως η παρατήρηση συνεχίζεται, είναι φυσικό να μην έχει προαποφασίσει ο συγγραφέας πού θα το πάει. «Βέβαια το ποίημα κάνει τον ποιητή», απαντά ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, αφού υπάρχουν ενδιάμεσες εμπνεύσεις, και όπως έλεγε ο Καβάφης, «ένα ποίημα δεν τελειώνει, όταν δεν έχεις κάτι να προσθέσεις, αλλά όταν δεν έχεις να αφαιρέσεις τίποτα».
Τα διηγήματα αυτά ο αναγνώστης αισθάνεται ότι κρέμονται από μία κλωστή, που τα ενώνει. Οι ανθρώπινες σχέσεις, η μοναχικότητα, η ανάγκη επαφής, το νερό, η αίσθηση της πνιγμονής, η υπέρβαση της αντοχής επανέρχονται.
Στα διηγήματα υπάρχουν η σταθερά και οι μεταβλητές σύμφωνα με το συγγραφέα. «Μεταβλητές που δεν αλλοιώνουν τον άξονα, όμως οι εμμονές του καμβά επανέρχονται από άλλη οπτική και σε άλλο τόνο. Άλλωστε η λογοτεχνία διδάσκει το μεγαλείο της σχετικότητας».
Ίσως ο μυημένος σκαμπαρδώνειος αναγνώστης να μη μείνει σε αυτήν την παρατήρηση, αλλά δεν μπορεί παρά να επισημάνει την ικανότητα του συγγραφέα να περιγράψει από τα βάθη της θάλασσας και το βυθό της λίμνης ως μία κόκκινη Ferrari και από ένα σπίτι σε βαγόνι ως τον ψυχισμό μιας νέας γυναίκας.
ΠΕΡΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ...
«Οι συγγραφείς πνευματικά στερούνται φύλου», μας εξηγεί. «Άλλωστε οι γυναίκες παρατηρούν περισσότερο τους άνδρες και τούμπαλιν, είναι μία διαρκής και πυρετική παρατήρηση».
«Οι σταθερές είναι διαφορετικές στο γυναικείο και το αντρικό μυαλό, αλλά ο συγγραφέας το υπερβαίνει. Καταφέρνει να βγει από τα δικά του στερεότυπα και να μπει σε άλλες επεξεργασίες».
Το σπαραγμό μιας γυναίκας στον «Επιτάφιο» τον έγραψε ο Ρίτσος.
Πάντως η γυναίκα κατά τον Σκαμπαρδώνη είναι πιο περίπλοκη και ως ήρωας πιο συναρπαστική. Καθεμιά είναι μοναδική, αλλά τα χαρακτηριστικά μιας ηρωίδας μπορεί να είναι ερανισμένα από δύο ή τρεις άλλες γυναίκες, να υπερτονίσει κάποια από αυτά, για να φτάσει μέσα από τη διόγκωσή τους στο αποτέλεσμα στο οποίο θέλει μέσα από το μικρό κείμενο.
Ο Σκαμπαρδώνης εκτός από τη συνήθεια να γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, κείμενα και σενάρια παραμένει δημοσιογράφος, άρα σε άμεση επαφή με την επικαιρότητα, και τον ρωτάμε πόσο το εφήμερο επηρεάζει τη συγγραφή του. «Εμμέσως περνά μεταμορφωμένο. Σημασία έχει πόσο το επικαιρικό μπορεί να είναι και διαχρονικό. Από την άλλη οι ιδιότητες του δημοσιογράφου, η περιέργεια, το ψάξιμο και της άλλης πλευράς, το απροκατάληπτο, σου επιτρέπουν να βυζάνεις από παντού και να πας εκεί όπου σε πάνε τα γεγονότα»...
...ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΗΡΩΩΝ
Ή εκεί όπου σε πάνε οι ήρωές σου. Για παράδειγμα ο κολυμβητής που κάνει το διάπλου του Τορωναίου θέλει να πετύχει την υπέρβαση για το δικό του λόγο. Είναι το στοίχημά του, είναι το απαρηγόρητο της ύπαρξης. Θέλει να πεθάνει και μέσα από την κατάρρευση του σώματος να επιτύχει την άρση της φθοράς.
Ο ήρωας άλλου διηγήματος φτιάχνει το βαγόνι του, όπου περιχαρακώνει το δικό του κόσμο -οι μεγάλες μάταιες κατασκευές είναι ίδιον των ανδρών κατά το συγγραφέα- φτιάχνει το κέλυφος της αυτοπροστασίας του, το οποίο λίγο αργότερα αποδεικνύεται μάταιο, γιατί το διαπερνά ο θάνατος.
Ο συγγραφέας μένει ίδιος ή αλλάζει; «Λίγο, πολύ τα κείμενα είναι προέκταση των προηγουμένων. Μέσα στο χρόνο προσθαφαιρούνται στοιχεία. Υπάρχουν αναλλοίωτοι άξονες, άλλα στοιχεία εμφανίζονται και άλλα χάνονται. Η συνολική δομή του κειμένου αλλάζει με τη διακύμανση των συναισθημάτων και του τόνου». Είναι ίδιος αλλά κάπως διαφορετικός, είναι όμως πάντα συγγραφέας.
Και πώς γίνεται κανείς συγγραφέας; Η τέχνη κλέπτεται, λέει κοφτά κλέβοντας τον ήρωα του 27ου διηγήματός του, τον τελευταίο καμπανοποιό, που επιμένει: «Κύριέ μου, η Τέχνη δεν μαθαίνεται ούτε διδάσκεται. Κλέπτεται»... «Έτσι κάνω κι εγώ», παραδέχεται την πράξη του ο συγγραφέας. «Κλέβω μέσα από το κοινωνικό ρεφενέ και θέλω να εκφράσω ένα συγκεκριμένο σύμπαν με τη δική του νοηματική και αισθητική αυτοδιοίκηση».
Ας κλέβει, αφού μας τα γυρίζει μετά σε μία άλλη, πιο ωφέλιμη για εμάς διάσταση.
Τα νέα διηγήματά του ο Γ. Σκαμπαρδώνης θα τα συστήσει στους φίλους του βιβλίου και τους δικούς του στις 2 Δεκεμβρίου στην Αθήνα (πρώτα κερνάς αυτούς που δεν μένουν στο ίδιο σπίτι) και στις 4 του μήνα στη Θεσσαλονίκη. Κάτω θα το παρουσιάσουν ο διευθυντής του «Διαβάζω» Γιάννης Μπασκόζος και ο Μανώλης Πιμπλής. Εδώ ο Σωτήρης Χατζάκης, ο Λέων Ναρ και ο διευθυντής του ΨΝΘ και ο ηθοποιός Γιώργος Συμεωνίδης.
Όλα βαίνουν καλώς
Το προηγούμενο έργο του συγγραφέα, το μυθιστόρημα για τον Μάρκο Βαμβακάρη με τον τίτλο «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας», περιλαμβάνεται στη βραχεία λίστα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) για το βραβείο αναγνωστών 2009, αφού ψηφίστηκε από αναγνώστες σε 230 λέσχες ανάγνωσης σε Ελλάδα και Κύπρο.
Και τα υπόλοιπα βαίνουν επίσης καλώς. Το «Ουζερί Τσιτσάνης» γίνεται ταινία, η θεατρική διασκευή των «Παιδιών της Πιάτσας» ολοκληρώνεται και θα ανέβει στη Μονή Λαζαριστών το Φεβρουάριο σε σκηνοθεσία Κ. Αρβανιτάκη.
Το επόμενο έργο το έχει ήδη στο μυαλό του. Ένα σατιρικό μυθιστόρημα για την πολιτική και τους ανθρώπους με πρωταγωνιστή έναν περίεργο υπουργό που ξεκινά καριέρα νύχτα και καταλήγει να ασχοληθεί με την ανάπτυξη της χώρας.
Χριστίνα Χαλεπλίδου, εφ. Θεσσαλονίκη, 16.11.2009