Ποιος είναι ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1953 και σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε σε εφημερίδες, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, έγραψε σενάρια για τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, καθώς και το σενάριο για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος», σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη. Τα μυθιστορήματά του «Γερνάω επιτυχώς» και «Ουζερί Τσιτσάνης» ανέβηκαν, σε θεατρική μορφή, στο Κρατικό Θέατρο Βόρειας Ελλάδας σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη. Επιπλέον, ο συγγραφέας έχει γράψει τα κείμενα της μουσικοθεατρικής παράστασης «Σαν τραγούδι μαγεμένο», η οποία ανέβηκε, τον Φεβρουάριο του 2008, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Διετέλεσε πρόεδρος του Δ.Σ. της ΕΡΤ-3, διηύθυνε την εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», καθώς και τα περιοδικά «Επιλογές», «Τάμαριξ», «Χίλια Δέντρα» και «Θ-97» (για το τελευταίο διακρίθηκε με το βραβείο Ιπεκτσί). Είναι επίσης διευθυντής του καλλιτεχνικού περιοδικού «Πανσέληνος» της «Κυριακάτικης Mακεδoνίας» που τιμήθηκε το 2000 με το Ευρωπαϊκό βραβείο European Award Newspaper Design.
Η συλλογή διηγημάτων του «Η Στενωπός των υφασμάτων» τιμήθηκε το 1993 με το κρατικό βραβείο διηγήματος, ενώ η συλλογή «Επί ψύλλου κρεμάμενος» με το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω», το 2004. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες (αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά, τσέχικα, ολλανδικά).
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης απαντά στο ερωτηματολόγιο του Προυστ

Στις ιστορίες του, ο ζόφος συνυπάρχει με την τρέλα, τα πάθη, τον σουρεαλισμό ή την αφέλεια και τα μεγάλα ζητήματα με την απλοϊκότητα. Κορυφαίος (και βραβευμένος) διηγηματογράφος, που ανοίχτηκε επιτυχώς στο μυθιστόρημα ξεχωρίζοντας με το «Ουζερί Τσιτσάνης», ο Θεσσαλονικιός Γιώργος Σκαμπαρδώνης ξέρει να μεταγγίζει αλήθειες χωρίς να τις αναλύει. «Η σοβαρή λογοτεχνία είναι παίγνιο, η υπόλοιπη είναι προπαγάνδα» υποστηρίζει.
Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι...
Δεν υπάρχει απόλυτη. Αν υπάρχει, είναι μόνο για τους χαζοχαρούμενους.
Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Η ελπίδα πως δεν θα γράψω κάτι χειρότερο από χθες.
Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι...
Η μοναχικότητα. Και το αντιφατικό: η αυτοπειθαρχία και η διαρκής διάθεση να την ξεπεράσω. Η ειρωνική όραση.
Το βασικό ελάττωμά σας;
Ρέπω προς την κατάχρηση. Τσιγάρο, αλκοόλ, πολυλογία, μάταιη τάση για μεγάλα κατορθώματα.
Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Σε κείνα των γυναικών. Όταν τα διαπράττουν με κομψότητα.
Η τελευταία φορά που κλάψατε;
Προ ημερών, όταν σφάδαζε μπροστά μου, από φόλα, ένα καναδέζικο λυκόσκυλο, ολόλευκο, σαν νυφούλα.
Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Πριν από μερικές μέρες, όταν εκδηλώθηκε η Άννα Διαμαντοπούλου.
Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Αυτά δεν λέγονται. Θα μας πάρουν στο ψιλό...
Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Η διαδρομή από Ρεντίνα- Ασπροβάλτα προς Καβάλα. Όταν δεν μπορώ να πάω στην Τοσκάνη.
Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Πλείστοι όσοι- αλλά να πω τους Έλληνες: Βιζυηνός, Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Ροΐδης, Χάκκας, Σκαρίμπας.
Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
Τη σταθερότητα. Την πίστη. Τον αυτοσαρκασμό.
Και σε μια γυναίκα;
Τα ωραία πόδια. Τα αισθαντικά χέρια. Το πνεύμα. Τον ραφιναρισμένο κυνισμό. Την αίσθηση ορίων.
Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Ο Τσιτσάνης. Ο Σοπέν. Ο Πιοβάνι.
Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
Σφυρίζω φάλτσα κι όταν το κάνω, γαβγίζει ο σκύλος. Γι΄ αυτό το αποφεύγω.
Ποιοι σας εμπνέουν;
Οι μοναχικοί ζωόφιλοι. Κι όσοι αγωνίζονται για το περιβάλλον, αλλά όχι για να γίνουν βουλευτές
Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
Το «Κόκκινο και το Μαύρο» του Σταντάλ, τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη συν ολίγος Ροΐδης.
Η ταινία που σας σημάδεψε;
Το «Άμαρκορντ» του Φελίνι.
Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος και ο Πιέρο ντέλα Φρανσέσκα.
Το αγαπημένο σας χρώμα;
Της βρεγμένης οξιάς σε ορισμένα μάτια.
Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Το ότι μ΄ ανέχονται (κι αντέχω) ακόμη στη Θεσσαλονίκη.
Το αγαπημένο σας ποτό;
Το μαύρο Τζόνι με τρία παγάκια. Το ούζο Τσάνταλη, με δύο παγάκια και νερό.
Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Για το ότι βόσκησα, στη νεότητά μου, πολύ ιδεολογικό γκαζόν.
Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα;
Την αγένεια. Τη μικρότητα. Την αδέξια επιτήδευση. Τον ιδεολογικό φανατισμό. Το να πουλάς προοδευτισμό από αγωνία μήπως δεν σε αποδεχθούν.
Όταν δεν γράφετε ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Διαβάζω, παίζω (άσκημα) μουσική, χαϊδεύω το Φεγγάρι- πρόκειται για γάτα. Ή, τα πίνω.
Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Να πεθάνω σε τροχαίο, ενώ θα έχω ακόμη δυο κεφάλαια για να τελειώσω το νέο μυθιστόρημα.
Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Συχνά. Η αλήθεια είναι σπανίως ανεκτική από μένα επίσης.
Ποιο είναι το μότο σας;
Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας.
Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Ηρωικά, για την πατρίδα. Αλλά, πλέον, δεν γίνεται ούτε ένας πόλεμος της προκοπής.
Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Μην στενοχωριέσαι. Έχω κανονίσει και σε περιμένει στο διπλανό δωμάτιο η Νικόλ Κίντμαν.
Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Μεταξύ υπερ-εγρήγορσης και τοματοπελτέ.
Ερωτηματολόγιο του Προυστ, Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, 17.11.2007
Λίγα λόγια για τη νέα συλλογή διηγημάτων «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος»
[διαβάστε ένα διήγημα της συλλογής κάνοντας κλικ πάνω στο εξώφυλλο]
Στα διηγήματα αυτά, γραμμένα από το 2004 έως τα μέσα του 2009, κυριαρχούν κι επανέρχονται θέματα από το οικείο σύμπαν του συγγραφέα: τα άφεγγα μέρη, οι αναδιπλώσεις της μνήμης, οι υπόγειες κρύπτες.
Το ανεπαλήθευτο, το παίγνιο, οι εμμονές: το νερό, η θάλασσα, η υπέρβαση της αντοχής, η απώλεια. Οι δύσκολες σχέσεις, η φθορά, η κρίσιμη στιγμή που φέρνει την αλλοίωση και σε ορίζει. Η μοναχικότητα, τα ζώα, ο φόβος, η πνιγμονή, ο ακρωτηριασμός, η πτήση, το αναπάντεχο. Η μεγάλη αναμονή, η ματαιότητα, η Ιστορία που διαβρώνει το τώρα. Η ειρωνεία του τυχαίου που μεταβάλλει τα πάντα. Τα μεγάλα κατορθώματα που γλυκαίνουν παλιές μαχαιριές. Το κενό, ως μουσική που πυκνώνει και παρηγορεί.
Σταθερά θέματα που φεύγουν, επανέρχονται μεταμφιεσμένα κι αντανακλούν σε 27 διηγήματα υφασμένα πάνω σε σταθερές, αόρατες γραμμές και σε ρευστά σχέδια, μεταξύ μιας ύπερθεν μοίρας και του σουρεαλισμού της πραγματικότητας, μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος.
Έγραψαν για τη συλλογή:
Ένας από τους καλύτερους διηγηματογράφους των τελευταίων χρόνων επανέρχεται στις παλιές του αγάπες, στα διηγήματα. Όπως πάντα, τα θέματά του τα αντλεί από τα ασήμαντα, τα καθημερινά, τα ανθρώπινα αλλά με μια δόση σαρκασμού, μια πρέζα ειρωνείας, και πολύ μελαγχολία. Είκοσι εφτά διηγήματα, γραμμένα από το 2004 ως τα μέσα του 2009. Η μοναξιά, τα ζώα, ο φόβος, η ματαιότητα, η «πόρνη ιστορία», ο ακρωτηριασμός, η πτήση, το αναπάντεχο. Και ακόμα το κενό ως τα πάντα πληρόν, το τυχαίο, η «ζαριά της ζωής», οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο. Και πάντα αυτή η στακάτη αφήγηση του Σκαμπαρδώνη, η λοξή ματιά, το αναπάντεχο αποτέλεσμα. Κείμενα που αντλούν από τη διαχρονική θεματική του συγγραφέα και τη χαρακτηριστική αισθητική του.
Διαβάζω, τχ. 501, Νοέμβριος 2009
Συγγραφική εξομολόγηση μετά την ολοκλήρωση του νέου βιβλίου
Είκοσι εφτά διηγήματα, γραμμένα από το 2004 ως τα μέσα του 2009. Σκαλισμένα στα χάσματα του χρόνου, σε αστραφτερές στιγμές, όταν η έμπνευση κατέρχεται και φωταγωγεί την καθημερινότητα με το φώσφορο μιας ιδέας, μιας ξεχωριστής ιστορίας που εκφράζει έμμεσα τη σκοτεινή γραμματική των σπλάχνων, το δύσκολο να ειπωθεί αλλιώς. Λέξεις που κινούνται στα άφεγγα μέρη, στις αναδιπλώσεις της μνήμης, στις υπόγειες κρύπτες. Βυθίζονται στο ανεπαλήθευτο, στο παίγνιο, στις εμμονές: στο νερό, στη θάλασσα, στην υπέρβαση της αντοχής, στην απώλεια. Φωτίζονται λοξά: οι δύσκολες σχέσεις, η φθορά, η κρίσιμη στιγμή που φέρνει την αλλοίωση και σε ορίζει. Η μοναχικότητα, τα ζώα, ο φόβος, η πνιγμονή, ο ακρωτηριασμός, η πτήση, το αναπάντεχο. Η μεγάλη αναμονή, η ματαιότητα, η Ιστορία που διαβρώνει το τώρα. Η ειρωνεία του τυχαίου που μεταβάλλει τα πάντα. Τα μεγάλα κατορθώματα που γλυκαίνουν παλιές μαχαιριές. Το κενό, ως μουσική που πυκνώνει και παρηγορεί. Σταθερά θέματα που φεύγουν, επανέρχονται μεταμφιεσμένα κι αντανακλούν στα κείμενα αυτά, τα υφασμένα πάνω σε σταθερές, αόρατες γραμμές και σε ρευστά σχέδια, μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος.
Σε μια ποικιλία τόνων και κύμανσης: απ' το δέος, το θάμβος και τον σκληρό λυρισμό, στον σαρκασμό, την ειρωνεία, την ανατροπή, το απροσδόκητο, την διάβρωση. Από την τραγωδία στην συγκατάβαση, από το αβάσταχτο στην έκλαμψη. Πίδακες του χτες εισβάλλουν στο τώρα, ο ενεστώς που δεν υπάρχει χωρίς το πριν, η φραγή της μνήμης, η διάθλαση του νοήματος μέσα από την Ανάγκη. Η αιφνίδια αποκάλυψη που εξαφανίζει τη συνήθεια, η φωταγώγηση του ευτελούς που παράγει εικονικά διαδήματα. Πολλά καταστατικά σημεία όρασης. Διέσεις. Μοτίβα που ολοένα επανέρχονται. Οι πίσω αυλές. Ο ενδο-φακός. Η γκανιότα του χρόνου. Κουβέρτες απλωμένες στο σκοινί. Σήμερα-αύριο- μεθαύριο. Αντλία κενού. Αν η κατάσταση επιμένει. Ασανσέρ με φινιστρίνι. Εαρινό έλκος. Ένα αδέσποτο σκυλί στο αεροδρόμιο, στην Πύλη 4 - της Aegean. Τσιμενταύλακες. Έλξατε. Θρακικά παράλια. Η Σκιάθος απ' το παραθυράκι του Μπόινγκ. Ένας γάιδαρος που πιθανώς τον έλεγαν «Ελικόπτερο». Δυο γέροι στο Goody's.
Καμιά σχέση - και λέω: Ομιλείτε ακροποδητί. Διαφορετικές αποχρώσεις στα ίδια πορτρέτα. Κείμενα δουλεμένα ως παλίμψηστο εργόχειρο. Με καρουλίσιο ράμα. Προσπάθεια, πάντα, από κάτω, να σαλεύει το ποίημα. Κι όχι σαν δάχτυλα νεκρής δακτυλογράφου. Διηγήματα διαλεγμένα μέσα από μια πενταετία, που επικοινωνούνε μεταξύ τους με υπορροές και θαμπές αντανακλάσεις. Με βασάνισαν ηδονικά. Ξανάρχισα το κάπνισμα. Τα τελείωσα. Έσκασα. Γλίτωσα. Και οφθήσομαι φαιδρώς πανηγυρίζων επί ματαίω. Τώρα, τι κάνουμε;
Σε μια συζήτηση με τη Σταυρούλα Παπασπύρου o Γιώργος Σκαμπαρδώνης εξηγεί πώς γεννήθηκε το μυθιστόρημα «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας»
Ποιος ξέρει ποιος ήταν πραγματικά ο Μάρκος Βαμβακάρης; «Εδώ ζεις είκοσι χρόνια μ' έναν άνθρωπο και ξαφνικά ανακαλύπτεις πλευρές του που ούτε υποψιαζόσουν...», λέει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Ωστόσο, απ' τη μεριά του το προσπάθησε: στο «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας», το καινούριο του μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τα «Ελληνικά Γράμματα», ο θεσσαλονικιός συγγραφέας και δημοσιογράφος δεν επιχειρεί απλώς μια χαρτογράφηση του κόσμου μέσα από τον οποίο ξεπήδησε ο θεμελιωτής του ρεμπέτικου τραγουδιού αλλά και μια βουτιά στα σώψυχα του Μάρκου, ζωντανεύοντας το πάθος που του έτρωγε την καρδιά, αυτό το «ορυχείο έμπνευσης» που, μια ζωή, τροφοδοτούσε τη δουλειά του. Το πάθος του για την πρώτη του γυναίκα, τη Ζιγκοάλα.
Ομολογημένος «μαρκομανής», ο Σκαμπαρδώνης λογάριαζε από καιρό να καταπιαστεί δημιουργικά με τον Βαμβακάρη, αλλά η ευκαιρία τού δόθηκε πριν από δυόμισι χρόνια, όταν ο Γιώργος Πανουσόπουλος του πρότεινε να γράψει ένα σενάριο επικεντρωμένο σ' αυτόν, για μια ταινία που εκείνος θα σκηνοθετούσε. Σε αντίθεση με την κινηματογραφική μεταφορά του «Ουζερί Τσιτσάνης» και μάλιστα από την αμερικανική εταιρεία FOX με ξένους συντελεστές που για την ώρα προχωρεί - «λεπτομέρειες προσεχώς, μόλις υπογραφούν τα συμβόλαια»- το παραπάνω σχέδιο φαίνεται πως έχει πλέον ναυαγήσει. Πατώντας όμως πάνω στο έτοιμο σενάριό του και ξαναγράφοντάς το «σε άλλον κώδικα, με άλλη όραση, αντίληψη και ρυθμό», ο Σκαμπαρδώνης έπλασε ένα ολόκληρο σύμπαν που αγκαλιάζει τη Σύρα, τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά, κυρίως τον Πειραιά, μεταξύ 1932 και 1940, αφήνοντας τα όσα είχε διαβάσει, ακούσει και φανταστεί να ρέουν «κομματιαστά», σ' ένα ψηφιδωτό από εικόνες που εναλλάσσονται με αστραπιαία ταχύτητα.
«Έπρεπε να 'ρχόσουνα, ρε μάγκα, στον τεκέ μας...». Απλωμένη σε τετρακόσιες περίπου σελίδες, η λοξή κι ως ένα σημείο αυθαίρετη σύνθεση που προέκυψε, αποτελεί ταυτόχρονα και μια δικιά του, «αναδρομική ανταπόκριση σ' αυτό το χαμένο κάλεσμα του Μάρκου», όπως λέει. Τον ίδιο τον Βαμβακάρη δεν τον συνάντησε ποτέ. Τα τραγούδια του όμως τον συντρόφευαν από μικρό στη «λασπογειτονιά» που μεγάλωσε, κάτω απ' το Δάσος της Ελβετίας, στου Χαριλάου, μέσα σε μια πάμφτωχη οικογένεια, μ' έναν πατέρα μονίμως άνεργο που πέθανε στα 45 του, και μια μάνα που συντηρούσε μετά χιλίων βασάνων το μπακάλικό τους. «Έτσι μεγάλωσα, σαν σε χωριό, ανάμεσα σε εργατάκια, ψιλοχωροφύλακες και οικοδόμους», θυμάται ο Σκαμπαρδώνης. «Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης πρωτοπήγα δέκα χρονών. Και για να πάρω το λεωφορείο, έπρεπε να περπατήσω μέσα στη λάσπη ένα χιλιόμετρο...».
Ένα ταξίδι σε αντίστοιχες γειτονιές είναι και το «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας», με αφετηρία τον «ήρεμο, φτωχό, πρόσφυγα, μαύρο αλλά ζωντανό» Πειραιά, όπως τον ατενίζει από ψηλά ο νεαρός ακόμα Βαμβακάρης. Ένα ζιγκ-ζαγκ ανάμεσα σε παράγκες, κάρα και σκυλιά που αλυχτούν, σε καφενέδες, λαμαρινένια υπόστεγα, κληματαριές και βασιλικούς, συντροφιά με ζεϊμπεκιές και σμυρναίικους αμανέδες, καβγάδες, πλάκες, φούντες και ναργιλέδες, κι έρωτες μεγάλους, βασανιστικούς.
Ο Σκαμπαρδώνης «συναντά» τον Μάρκο ενώ οδεύει προς τα τριάντα - τότε που πρωτοανεβαίνει στο πάλκο ως μέλος της «Ξακουστής Τετράδας του Πειραιά», μαζί με τους Γιώργο Μπάτη, Στράτο Παγιουμτζή και Ανέστη Δελιά, την εποχή που με τις ευλογίες του Μίνωα Μάτσα εισβάλλει το μπουζούκι στη δισκογραφία -και τον παρακολουθεί σ' όλη την περίοδο της ακμής του, ως το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου του '40, λίγες ώρες μετά το γλέντι του δεύτερου γάμου του.
Η μετέπειτα διαδρομή του, τα χρόνια της παρακμής που έζησε μέχρι ν' αναλάβει το '65 διευθυντής της Κολούμπια ο Τσιτσάνης, δεν θίγονται στο βιβλίο. Κι όσοι έχουν εντρυφήσει στην ιστορία του ρεμπέτικου, ξέρουν απ' έξω κι ανακατωτά την αυτοβιογραφία του Βαμβακάρη ή έχουν διαβάσει το αφήγημα του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά», δεν πρόκειται να εκπλαγούν.
Πάθος φλογερό και νοσηρό
Τα παιδικά ακούσματα του Μάρκου στη Σύρο και η λατρεία που έτρεφε για τα πουλιά, οι πρώτες του χαμαλοδουλειές και η μαγεία που τον τύλιξε ακούγοντας το μπουζούκι του Νίκου Αϊβαλιώτη, η παρθενική του εμφάνιση με την Τετράδα στη μάντρα του Σαραντόπουλου, τα ευφάνταστα καλαμπούρια του Μπάτη (και χοροδιδασκάλου και φαρμακοτρίφτη και ιδιοκτήτη καφενείου -τεκέ), η εξάρτηση του πρόωρα χαμένου Ρέλια από την ηρωίνη (με την οποία τον πότιζε τα βράδια, κρυφά, η κορακοζώητη όπως αποδείχτηκε φιλενάδα του, η Σκουλαρικού), η συνάντηση του Μάρκου με τον Τσιτσάνη στη Θεσσαλονίκη και η ευνοϊκή στάση απέναντι στους ρεμπέτες του τοπικού αστυνομικού διοικητή Μουσχουντή, «είναι όντως γνωστά» παραδέχεται ο Σκαμπαρδώνης. «Το στοίχημα ήταν να τ' αναπτύξω με διαφορετικό τρόπο, αναζητώντας το αίσθημα, τους χαρακτήρες και τους ανθρώπους που θα έκαναν την αφήγηση συναρπαστική».
Το πάθος του Βαμβακάρη για το «λιοντάρι», τη Ζιγκοάλα, ήταν «φλογερό, ηδονικό αλλά και νοσηρό, αντιφατικό, αδιέξοδο». Την είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα, λίγα χρόνια αφ' ότου είχε έρθει απ' το νησί στον Πειραιά, την παντρεύτηκε κλέβοντάς την στα 18 του, κι ο καημός του γι' αυτήν φαίνεται πως τον συνόδευε ως τον θάνατό του. Τι κρατούσε τους δυο τους αλυσοδεμένους, ενώ η Ζιγκοάλα είχε στο μεταξύ σπιτωθεί από τον κουμπάρο τους, τον γυρολόγο Γιωργάκη, επίσης παντρεμένο κι αυτόν, με δυο παιδιά; Πώς και ο έρωτάς τους αναγεννιόταν απ' τις στάχτες του; Γιατί η γλυκιά «Φραγκοσυριανή» μεταμορφωνόταν κάθε τόσο σε μέγαιρα; Και πώς ο Μάρκος κουβαλούσε τόσο στωικά τη ρετσινιά τού κερατά;
«Η Ζιγκοάλα», εξηγεί ο Σκαμπαρδώνης, «αντλούσε αυταξία μόνο από την ομορφιά της. Τι είχε παντρευτεί; Έναν ημιάνεργο, χαμάλη, εκδοροσφαγέα, απόφοιτο της τρίτης δημοτικού. Και μέσα σε μια οχταετία, τον είδε να μεταμορφώνεται στον άνθρωπο που άλλαξε τον τρόπο διασκέδασης στην Ελλάδα, στον ρεμπέτη που άνοιξε δρόμους στην λαϊκή μουσική. Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους της -κάτι που συμβαίνει συχνά με τις συζύγους σπουδαίων καλλιτεχνών. Εδώ, βέβαια, χρειάστηκε να 'ρθει η μεταπολίτευση για ν' αντιληφθούμε ως χώρα το μεγαλείο του Βαμβακάρη, πώς να το αντιλαμβανόταν εκείνη; Ετερόφωτη, λοιπόν, μπλεγμένη με κάποιον που την ξεπερνούσε, εγκλωβίστηκε στο αδιέξοδό της. Γιατί ο Μάρκος μολύνθηκε, δαιμονίστηκε με το μπουζούκι. Εγκατέλειψε κάθε άλλη δουλειά και χώθηκε για τα καλά στο ρόλο του ρεμπέτη. Η μαγκιά, οι περιπλανήσεις, οι γκόμενες, οι τεκέδες δεν συμβιβάζονταν με την ιδιότητα του νοικοκύρη. Τη λαχταρούσε τη Ζιγκοάλα, όχι όμως για να μείνει μαζί της. Κι όταν εκείνη κατάλαβε πως δεν πρόκειται να κάνουν παιδί, τον άφησε για τον κουμπάρο τους, χωρίς όμως να πάψει και να τον κυνηγάει...».
Κανείς δεν ξέρει τι απέγινε η Ζιγκοάλα. Στο «Όλα βαίνουν καλώς...», πάντως, ο Σκαμπαρδώνης δείχνει να κατανοεί τον φόβο που την παραλύει καθώς αντιλαμβάνεται ότι μεγαλώνει και η ομορφιά της θαμπώνει και ότι είναι καταδικασμένη να εξαρτάται από άλλους για τα προς το ζην. Όπως αντίστοιχα μπαίνει και στο μυαλό του Βαμβακάρη, αφουγκραζόμενος την πίεση που ένιωθε από τα πειράγματα των φίλων του, από την απόρριψη της οικογένειάς του («ρεζίλι μας κάνεις»), την προκατάληψη των αστών για το ρεμπέτικο, τα κυνηγητά της αστυνομίας, τη λογοκρισία από το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά, αλλά και τη δική του ανάγκη γι' αυτοπραγμάτωση μέσα στην παρέα και το γλέντι, μακριά από τα σκαμπανεβάσματα της πολιτικής ζωής.
«Το χάρισμά του ήταν ασύγκριτο», συνεχίζει ο Σκαμπαρδώνης. «Το φαντάζεστε; Ένας Έλληνας καθολικός να συνεχίζει την παράδοση των βυζαντινών δρόμων! Ο Βαμβακάρης ύμνησε την καθημερινή του οδύνη με τους δικούς του κώδικες, χωρίς μελοδραματισμούς, με δωρική στερεότητα και πειθαρχία, με τραγούδια-μασίφ που δεν λιώνουν μες στο χρόνο. Το ρεμπέτικο δεν είναι μόνο έκφραση του περιθωρίου. Τα θέματά του -ο έρωτας, ο θάνατος, η φτώχεια, η απώλεια, η προδοσία, η εγκατάλειψη- είναι οικουμενικά, αγγίζουν και ταλανίζουν τους πάντες. Ξέρω πολλούς εικοσάρηδες που ακούνε ρεμπέτικα και εκστασιάζονται. Έχουν κάτι από τα μπλουζ... Πώς μας αρέσει η Σεζάρια Εβόρα; Έχουμε καμιά σχέση, εμείς, με το Πράσινο Ακρωτήρι; Όχι, αλλά η μουσική της, ο ρυθμός, τα λόγια της, μας μεταγγίζουν ένα αίσθημα, μας συγκινούν. Ο φαντάρος που τον άφησε το κορίτσι του δεν θ' ακούσει Μαντόνα, με λαϊκά θ' απαλύνει τον νταλκά του».
«Όταν είμαι στενοχωρημένος, γράφω καλύτερα», έλεγε ο Βαμβακάρης. «Όταν είμαι χάλια, χτυπάω έναν Αηδονίδη και συνέρχομαι», ομολογεί κι ο συγγραφέας τού «Όλα βαίνουν καλώς...». Μακριά πια από επιτελικές θέσεις -«απλώς αρθρογραφώ στη "Μακεδονία"»- ευελπιστεί ότι μέσα από την επερχόμενη οικονομική ύφεση «νέες δυνάμεις θ' απελευθερωθούν, όπως μετά από κάθε καταστροφή. Ίσως δούμε κι εμείς τη ζωή αλλιώς». Αλήθεια, τι κατευθύνσεις έδινε ο ίδιος, ως διευθυντής εντύπων και συγγραφέας ταυτόχρονα, για το ρεπορτάζ βιβλίου;
«Ότι προβάλλουμε τα πάντα, όντας κριτικοί αλλά και μεγαλόφρονες. Ότι στόχος δεν είναι να κατακρημνίζουμε και να ταπεινώνουμε αλλά, κυρίως, να ενθαρρύνουμε τους δημιουργούς. Κι ότι δεν φερόμαστε λες και ζούμε στη Γαλλία, κάνοντας τους πάπες σε ανθρώπους απ' τα Φάρσαλα και την Καβάλα που επιμένουν να γράφουν -μια μικρή χώρα είμαστε, έτσι κι αλλιώς.»
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ένας εξπέρ του διηγήματος, έχει τα τελευταία χρόνια κατακτήσει το χώρο του μυθιστορήματος χάρη σε πολύ καλά και διαφορετικά κείμενα. Μένοντας πιστός στον ελλειπτικό λόγο, στην ειρωνεία και στο υποδόριο χιούμορ, έδωσε τη χρονιά που μας πέρασε το «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας», ένα μυθιστόρημα με αφορμή και έμπνευση τον Μάρκο Βαμβακάρη. Στη συνέντευξη που ακολουθεί αναλύει τον τρόπο που «έστησε» το μυθιστόρημα, τους χαρακτήρες και την ατμόσφαιρα της εποχής.
Γιατί επέλεξες τη φόρμα των μικρών εικόνων/ κειμένων και τη δημιουργία ενός σπονδυλωτού -κατά κάποιον τρόπο- μυθιστορήματος, σε αντίθεση με το μυθιστόρημα για τον Τσιτσάνη που ήταν πιο mainstream;
Το κεφάλαιο, γιατί αυτό εννοείς μάλλον με τις λέξεις εικόνα/ κείμενο, είναι μια αφηγηματική μονάδα ελαστική, πτυσσόμενη. Προχθές διάβαζα ένα μυθιστόρημα της Όουτς, νομίζω το «Sexy», που είχε και κεφάλαια πέντε σειρών. Δεν υπάρχει αντικειμενικά ένα μέγεθος κεφαλαίου, γενικώς παραδεκτό. Το μεγάλο ή μικρό μέγεθος επιλέγεται συνήθως για λόγους ρυθμού. Χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορώ να συνενώσω πανεύκολα τρία κεφάλαια (βγάζοντας τους τίτλους τους) σε ένα, που να φαίνεται και να είναι ενιαίο. Συμπαγές. Ο διαχωρισμός έχει να κάνει, συχνά, με την αίσθηση του μεγέθους, που είναι απατηλή. Πρόκειται για τους ταχυδακτυλουργία, η οποία, πάντα είχε σχέση με την αφήγηση. Το τι κρύβεις και τι θέλεις να φαίνεται. Δεν μιλώ για επιδεξιότητα και απάτη, αλλά για την ίδια την ουσία της παροχέτευσης και της αφαίρεσης. Εξάλλου, η αφαίρεση υπάρχει αναπόφευκτα, αφού το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορεί, ποτέ, να αντιληφθεί την ολότητα. Ποτέ δεν μπορείς να ζωγραφίσεις ένα δέντρο ως έχει, με όλα τα φύλλα του. Ακόμα και να θες. Και η πιο κλασική αναπαράσταση ενός δέντρου είναι, πάλι, αφαιρετική. Συνεπώς, η επιλογή του μικρού κεφαλαίου έχει να κάνει, εν προκειμένω, με την αίσθηση, στο μάτι, του μικρού κειμένου που είναι ευκολοδιάβαστο, και με το γοργό ρυθμό, τις ταχείς μεταβάσεις. Υποκεντά, σπιρουνιάζει την ανάγνωση. Κάτι που προεκτείνεται, ας πούμε, στα άκρα, στο βιντεοκλίπ, αλλά και στο σύγχρονο σινεμά. Αλλά δεν υπάρχει τίποτε στο σινεμά που να μην έχει γίνει προηγουμένως στη λογοτεχνία. Το βιντεοκλίπ υπάρχει, εδώ και αιώνες, ως δομή και ρυθμός στην ποίηση. Και δεν θα έλεγα ότι το «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» είναι σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Γιατί, λίγο πολύ, όλα τα μυθιστορήματα είναι σπονδυλωτά, άσχετα αν δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Κατεξοχήν, όμως, σπονδυλωτό, μπορούμε να πούμε ένα μυθιστόρημα, που αποτελείται από μεγάλους, χωριστούς, συγκροτημένους όγκους, που φαινομενικά δεν συμπλέκονται μεταξύ τους, ενώ κατά βάση συνδέονται, αλλά πολύ χαλαρά, αψιδωτά, ή με μεγάλες, βαθιές, άρρητες υπορροές.
Πώς στήθηκε ο χαρακτήρας του Μάρκου; Από ό,τι γνωρίζω δεν υπάρχουν και τόσα πολλά στοιχεία από την εποχή του. Ποιες ήταν οι πηγές σου;
Καταρχήν, πρέπει να πω ότι κανείς δεν ξέρει ποιος ήταν πραγματικά ο Μάρκος - που εξάλλου θα παρουσίαζε και αλλαγές σε κάθε ηλικία. Ο δικός μου Μάρκος είναι, βεβαίως, δυνητικός. Προσπάθησα να του δώσω πνοή, με βάση την αυτοβιογραφία του και τις πληροφορίες που υπάρχουν γι' αυτόν από άλλους. Για το χαρακτήρα του (με την αριστοτελική αλλά και με την ηθική προϋπόθεση) υπάρχουν αντιφατικές μαρτυρίες. Ο καθείς τον βλέπει ανάλογα με το πώς φέρθηκε στον ίδιο. Υπάρχει απ' τη μια η μυθοποίηση, απ' την άλλη η βρισιά, η ζηλοτυπία, η στρέβλωση, το μίσος, το δέος, ο επαινετικός λυρισμός, η αγάπη. Το σημαντικό είναι ότι ο Μάρκος στην αυτοβιογραφία του είναι συγκλονιστικά εξομολογητικός. Δεν κρύβεται ή το κάνει σε μικρό βαθμό. Δεν είναι καθωσπρέπει. Είναι ειλικρινής. Δεν παριστάνει τον τίμιο, τον ηθικό, το λαμπρό ελληνόπουλο. Μιλάει για όλα: για τη μαύρη, ότι την έπινε (λιβάδια) μέχρις εσχάτων, για τη φτώχεια του, το ότι συνήθως έμπλεκε με πουτάνες απ' τα μπουρδέλα, ότι λατρεύει θανάσιμα την Ζιγκοάλα και ταυτόχρονα τη βρίζει: κάργια, καργιόλα, πουτάνα, αλλά και πάλι, λέει: «η Ζιγκοάλα, το λεοντάρι». Είναι αφοπλιστικός. Γυμνός. Αδύναμος. Αντιφατικός. Παθιασμένος. Διαλυμένος. Το βασικό είναι ότι αντλούσε μαζοχιστικά έμπνευση απ' την οδύνη της σχέσης του με τη Ζιγκοάλα, και από τα άλλα του βάσανα. Ο χαρακτήρας στο βιβλίο στήθηκε μ' αυτά τα υλικά και με άλλα που εγώ ένιωθα να υπάρχουν ακούγοντάς τον να τραγουδάει, να παίζει. Με το μοναδικό τρόπο που έπαιζε. Η σωματική του εκδοχή (βασικό στοιχείο), η κίνηση, τα χούγια, ήταν ένα θέμα πιο εύκολο - αν και τίποτε στη λογοτεχνία δεν είναι εύκολο. Ο Θεός κατοικεί στη λεπτομέρεια κι εκεί που φαίνεται να μην υπάρχει: στην αφαίρεση.
Ποιος ο ρόλος των γυναικών;
Υπάρχουνε πολλά θηλυκά στο βιβλίο - ο Μάρκος αγαπούσε πολύ τις γυναίκες. Καταρχήν, η απομυζητική, φονική (bella da morire) πανέμορφη Ζιγκοάλα, που είναι λατρεία και αράχνη μαζί. Άλλες γυναίκες με διαφορετική ουσία: οι ερωμένες του Μάρκου, συνήθως πουτάνες, η ζοφερή και τραγική Σκουλαρικού του Δελιά, η απλοϊκή Σούλα, αλλά και η πλούσια, μεγαλοαστή Άννα, που στο βιβλίο προαναγγέλλει έμμεσα την κατοπινή αναγνώριση του ρεμπέτικου από την αστική τάξη που το εγκολπώνεται, αργότερα, και το οδηγεί στο αρχοντο-ρεμπέτικο και στο λογικό τέλος. Η ταλαιπωρημένη μητέρα του Μάρκου, η καλοσυνάτη αδερφή του Γκράτσια. Η μοιραία γριά Φεβρωνία, που αντιπροσωπεύει αφαιρετικά την τραγωδία της Σμύρνης και του μικρασιατικού ελληνισμού εκείνων των χρόνων. Η νεάζουσα, επιπόλαιη γυναίκα του Μπάτη, η συμπαθής, λαϊκή Καλλιόπη του Στράτου, και η όμορφη, δροσερή, θετική, συνετή, Βαγγελιώ, ως το αντίστροφο της δηλητηριώδους Ζιγκοάλας. Όλες συνθέτουν κάτι απ' τη γυναικεία ουσία, αλλά υπάρχουν εντός του βιβλίου και δρουν πάντα σε σχέση με την κεντρική Ζιγκοάλα, εκπέμποντας μία ποικιλία τόνων κι αντανακλάσεων γύρω της, προμελετημένων και κατά περίσταση. Τίποτε, βέβαια, δεν είναι τυχαίο. Το αντίστοιχο έγινε και με τους άντρες. Επιλέχτηκαν για να εκφράσουνε δυναμικά, αλλά ελλειπτικά, προφανώς, εκδοχές του στενού και ευρέως περίγυρου και των συγκρούσεών του. Δεν είχα την πρόθεση να κάνω ανθρωπογεωγραφία, αλλά μια λοξή, ρέουσα, σχετικώς αυθαίρετη, βέβαια, και φευγαλέα τομογραφία ενός μικρόκοσμου, με κεντρικό ήρωα τον Μάρκο, εντός ενός ενδεικτικού, απειλητικού, ρευστού μεγάκοσμου.
Έχεις επιλέξει ελλειπτικό ύφος, υποδόριες εκφράσεις, λιτή γλώσσα. Είναι επιλογή λόγω θέματος ή μόνιμη συγγραφική επιλογή;
Είναι μόνιμη επιλογή. Παρότι ξέρω ότι το απλό είναι βουνό. Δύσκολη η λαϊκότητα - αλλά έχω μεγαλώσει στη φτώχια, οπότε το ξέρω καλά το άθλημα. Και δύσκολη η λιποαναρρόφηση. Και, εν προκειμένω, στον Μάρκο, θέλησα να είμαι ακόμα πιο ελλειπτικός. Κάποιος μίλησε για σεναριακό υπόστρωμα. Το σενάριο είναι εντελώς άλλη ιστορία - για όποιον έχει μελετήσει σενάριο. Έχει δική του δομή, που, κατά τον Παζολίνι, εκφράζει τη θέληση μιας άλλης δομής. Είναι ένα ψαροκόκαλο που επιθυμεί τη σάρκωση. Το μυθιστόρημα είναι αυτάρκες, ως σώμα, αν και ελλειπτικό. Και η όρασή μου δεν είναι κινηματογραφική, που έγραψε κάποιος, διότι δεν υπάρχει κινηματογράφος. Υπάρχουν μόνο συγκεκριμένες ταινίες, συγκεκριμένοι σκηνοθέτες, με ξεχωριστή όραση ο καθένας. Τα κοντινά και τα μακρινά πλάνα, οι σκηνές και οι σεκάνς υπάρχουν απ' τον Όμηρο: περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέως ή της παράταξης των Αχαιών. Μην λέμε κοινοτοπίες. Η δική μου ματιά - νομίζω - είναι ηδονοβλεπτική, συχνά φετιχιστική, ενίοτε θρησκευτική. Η έντονη εικονοποιία, η πυρετική παρατήρηση ή το θάμβος δε σημαίνουν «κινηματογραφική όραση». Αυτός ο όρος δεν υπάρχει.
Διαβάζω, Απρίλιος 2009
«Ένα εκρηκτικό μίγμα μυθοπλασίας και βιογραφίας, ένα βιβλίο φλογερού, νοσηρού αλλά και αδιέξοδου πάθους, ένα βιβλίο που διατρέχει με αφηγηματική δεινότητα και ταχύτητα το τρίγωνο Σύρος- Πειραιάς- Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του '30. Διαρθρωμένο σε μικρά, αλυσιδωτά κεφάλια, το βιβλίο, με τζούρες, ανατροπές, προδοσίες, απορρίψεις, προσφυγιά, φτώχεια, κορυφώσεις απώλειας αλλά και νίκες επί των σημείων, και ενώ τα πάντα επιδεινώνονται, κατακτά τον αναγνώστη από την πρώτη ίσαμε την τελευταία σελίδα.»
Ντίνος Σιώτης, (δε)κατα, χειμώνας 2009
«Αν έχετε διαβάσει το «Ουζερί Τσιτσάνης» και σας άρεσε, το νέο βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη δε θα το αφήσετε από τα χέρια σας πριν το τελειώσετε.»
Κώστας Παπανδρέου, περιοδικό Playboy, 02.2009
«Ο Σκαμπαρδώνης εικονογραφεί μια σχεδόν ιερή λατρεία του Βαμβακάρη για την τέχνη του. Κι αυτό, χωρίς εγκεφαλισμούς και άκομψες υπερβάσεις, προσαρμοσμένο οργανικά στον λαϊκό ψυχισμό και τον κοινωνικό ή ταξικό κόσμο του Βαμβακάρη.»
«Με κοφτή γραφή, άμεση και λαϊκή, ο συγγραφέας ζωντανεύει έναν αλλοτινό κόσμο, μια αλλοτινή εποχή όπου παρελαύνουν: φτωχοδιάβολοι, πόρνες, κουτσαβάκηδες, μάγκες, τεκέδες, μαχαλάδες, παραγκόσπιτα, ζεβντάδες, ερωτικά αλισβερίσια, λαϊκά κέντρα, δισκογραφικές εταιρείες.»
«Δυο χρόνια μετά το «Τομάρι του σκύλου», ο Σκαμπαρδώνης ξαναχτυπά ρεμπέτικα, καψούρικα, αλανιάρικα, κι επικίνδυνα, καθώς μέσα από τον έρωτα του Μάρκου και της Ζιγκοάλας καταγράφει παθιάρικα και τεκετζίδικα χρονικά, μεταφέροντας αυτή τη φορά ήρωες, σκηνικά και λέξεις στην πειραιώτικη Τρούμπα και την Κοκκινιά... Ένας αμετανόητος παρατηρητής και καταγραφέας, που αντί να τρίβεται και να φθείρεται με το ταπεινό σήμερα, εκσκαφεί στο παρελθόν και αναδύει στον αφρό των ημερών παλιοκαιρίσια ημερολόγια.»
Στέφανος Τσιτσόπουλος, Athens Voice, 4-10.12.2008
«Μια παθιασμένη εξιστόρηση του έρωτα του Μάρκου Βαμβακάρη για τη Ζιγκοάλα, την πρώτη του γυναίκα, σπαρμένη με ρημάγματα, τεκέδες, κουτσαβάκια και άτσαλες μοίρες. Τον ελκύει τον Σκαμπαρδώνη το περιθώριο, οι άγριες νύχτες, οι κώδικες, η μαγκιά, οι ιστορίες από εποχές που τις καταπλάκωσε η σκόνη του χρόνου. Θα μπορούσε να είναι μέλος της γκαραζόμπαντας των Dread Astaire, αφού το μολύβι του γρατζουνάει σαν μπάσο και σε αρπάζει από τα εντόσθια.»
Athens Voice, Συλλογικό αφιέρωμα στην πόλη της Θεσσαλονίκης,
13-19.11.2008
«Όταν είμαι λίγο στενοχωρημένος, γράφω κάπως καλύτερα», έλεγε ο Μάρκος Βαμβακάρης. Διαβάζοντας το νέο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, ένα μυθιστόρημα για τον Μάρκο και το ρεμπέτικο, για την κρίσιμη περίοδο της μετάβασης από τα «σαντουρόβιολα» του σμυρναίικου στους «μπουζουκομπαγλαμάδες», έχει κανείς την αίσθηση ότι το κείμενο παρακολουθεί την ανάπτυξη της φράσης αυτής, σε ποικίλες παραλλαγές και τονικότητες. Διότι από το 1930 ως το 1940 ο Μάρκος Βαμβακάρης ήταν στενοχωρημένος, όλα ήταν εναντίον του: η γυναίκα του που τον απατούσε με τον στενό του φίλο και κουμπάρο του, η οικογένειά του που δεν τον καταλάβαινε, οι καθωσπρέπει που πολεμούσαν το ρεμπέτικο, η αστυνομία που τους κυνηγούσε, η ίδια η έμπνευση που συχνά στόμωνε. Κι όμως, την ίδια περίοδο έγραψε τα καλύτερα τραγούδια του, τα ηχογράφησε, τα εκτέλεσε στο πάλκο με την ξακουστή Τετράδα του Πειραιώς, μαζί τον Μπάτη, τον Δελιά και τον Παγιουμτζή, στο μαγαζί του που δεν πήρε ποτέ άδεια, αφού αρνήθηκε να «πάει με τα νερά» της αστυνομίας, στα μαγαζιά των άλλων, στον Πειραιά και την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα. «Το μέσα του, ζωντανός ασβέστης, πολεμάει το απ' έξω, το μαύρο». Η λαμπερή ιδέα έρχεται έστω και την τελευταία στιγμή, το δυνατό που κρύβεται βαθιά μέσα του δεν το κάνει ζάφτι τίποτα και κανείς.
Κερδίζει το στοίχημα
Αυτόν τον σπαραγμό, αυτόν τον πόλεμο, του καλλιτέχνη με τον κόσμο και τον εαυτό του αποτυπώνει ο Σκαμπαρδώνης στο μυθιστόρημά του, περνώντας από το ιστορικά και προσωπικά εντοπισμένο στο καθόλου της ανθρώπινης συνθήκης. Κερδίζοντας το στοίχημα που έβαλε τόσο σε σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς επιστρέφει σε ένα πεδίο που έχει ήδη εξερευνήσει αλλά διαφορετικά με το «Ουζερί Τσιτσάνης», όσο και με τα κείμενα και τις εικόνες των άλλων, για το ρεμπέτικο, τον Μάρκο, την εποχή. Έτσι, στις σελίδες του «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας», ρυθμικά κατανεμημένες και κινηματογραφικά μονταρισμένες, διαβάζει κανείς αφενός τον καημό για μια γυναίκα και αφετέρου τον σεβντά για τη δημιουργία, για τον τόνο, τον στίχο στη σωστή του ώρα, στη σωστή του μορφή, για την έμπνευση που ξεχειλίζει και αναστέλλεται, δικαιώνει και διαφεύγει: σκηνές από ένα γάμο και πορτρέτο του καλλιτέχνη. Στο βάθος το λιμάνι, ο Πειραιάς, η φτωχολογιά, η προσφυγιά, η μαγκιά. Το εμβληματικό λιμάνι των μπλουζ, των φάδος, των τάνγκος και των ρεμπέτικων κι ο λαϊκός καλλιτέχνης, βασισμένος στο ένστικτο και τη διαίσθηση, χωρίς τεχνικές γνώσεις, που τον πνίγουν τα αισθήματα, οι εικόνες, τον κατακλύζουν και πρέπει να εκφραστεί για να σωθεί, για να υπάρξει. Λέει και πάλι ο Βαμβακάρης για την πρώτη επαφή του με τα γράμματα: «Όταν έμαθα την αλφαβήτα, γιόμισαν τα μάτια μου δάκρυα. Μου κονόμησε ο πατέρας ένα μολύβι. Εβρήκα κι ένα χαρτί άσπρο κι άρχισα να συνταιριάζω τις πρώτες λέξεις. Τις έγραφα και μετά τις διάβαζα φωναχτά. Τι δεν θα 'δινα να θυμηθώ την πρώτη λέξη που 'γραψα. Αλάφρωσε η ψυχή μου από τη φούντωση. Τα γράμματα μου παίρναν την στενοχώρια». Αυτή τη φούντωση και αυτό το αλάφρωμα πασχίζει να συλλάβει το μυθιστόρημα• την ασύνειδη επίγνωση του προορισμού, του αναπότρεπτου της δημιουργίας, όπως ορίζεται από μια ζωή και μια ψυχή που κινούνται εκτός κανόνων.
Πικρό χιούμορ
Ο Σκαμπαρδώνης αφήνει να μιλήσουν τα γεγονότα, οι κινήσεις, οι διάλογοι, οι σιωπές. Αφήνει τα πρόσωπα να αυτοπροσδιοριστούν με φυσικότητα, μέσα στο χώρο τους, ως απλοί άνθρωποι που τραγουδάνε μικρά, απλά τραγούδια, όπως έλεγε ο Ηλίας Πετρόπουλος. Καταρχήν ερωτικά, αλλά μάλλον με κοινωνικό περιεχόμενο. Τραγούδια του βγαίνουν από «το περίσσευμα του μπελά της μέρας» και τα γράφει εντέλει το όργανο μόνο του. Με άφθονο όπως πάντα χιούμορ, συχνά μαύρο και πικρό, να φωτίζει λοξά τη φτώχεια και την καταστολή, το φόβο και την απόρριψη, με μια γλώσσα ολοζώντανη, μιλημένη, ο Σκαμπαρδώνης μας μιλάει για το «μπλουζ της Ανατολής» αλλά και για τον καημό του ποιητή, που ζει μέσα και μαζί έξω από τον κόσμο, καταλήγοντας, εντέλει, να σχολιάζει σπαρακτικά την ανθρώπινη συνθήκη.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης, η Ζιγκοάλα και το ρεμπέτικο
Άσημος εκδοροσφαγεύς
Ξεκινώντας από τα νεανικά του χρόνια και φτάνοντας μόνο μέχρι την πρώτη ωριμότητα της νιότης του, ο συγγραφέας καλύπτει, όπως ρητώς αναφέρει και στο επιλογικό του σημείωμα, την οκταετία 1932 - 1940. Είναι η εποχή που ο Mάρκος, από άσημος εκδοροσφαγεύς, γνωρίζει τη δόξα: γίνεται ο πρωτοπόρος που θα ανοίξει νέους δρόμους στη λαϊκή μουσική και στη διασκέδαση, όντας συνέχεια σε σύγκρουση με τις μουσικές αντιλήψεις της εποχής, τη φτώχεια, τη στείρα παράδοση, τον καθωσπρεπισμό, την αστυνομία, την οικογένειά του, τη γυναίκα του που τον προδίδει, τη δικτατορία Mεταξά - σχεδόν με όλους, κι ενώ πλησιάζει, σαν αναπότρεπτο ρεφρέν, ο πόλεμος.
Γυναίκα
Το βιβλίο έχει δύο θεματικούς άξονες πάνω στους οποίους εξελίσσεται: Το πάθος του Bαμβακάρη για τη Zιγκοάλα, τη γυναίκα του, που σημάδεψε τη ζωή του -κι έγινε διάσημο τραγούδι που ακόμη τραγουδούν- και τον έρωτά του για τη μουσική και το μπουζούκι του.
Η Zιγκοάλα, σύζυγός του σε καθολικό γάμο, προτίμησε να μοιραστεί το κρεβάτι της με τον κουμπάρο τους και παιδικό του φίλο, χωρίς, εντούτοις, να διακόψει την ερωτική επαφή μαζί του. Αυτός ο έρωτας αποτελεί τον κορμό και την ψυχή του νέου μυθιστορήματος του Σκαμπαρδώνη καθώς αναδιπλώνει μια σχέση καταστροφική. Εκείνη μια γυναίκα γεμάτη ερωτισμό που πέφτει στην αγκαλιά του κουμπάρου πικραμένη από τα ξενοπερπατήματα του Mάρκου κι εκείνος προδομένος και χαμένος και την ίδια στιγμή απόλυτα δεμένος μαζί της. Έρωτας και μίσος και πάθος, που μπορούνε μόνον να συγκριθούνε με το πάθος του Bαμβακάρη για το ρεμπέτικο τραγούδι. Ο Σκαμπαρδώνης εικονογραφεί μια σχεδόν ιερή λατρεία του Bαμβακάρη για την τέχνη του σε ένα μυθιστόρημα που συνεπαίρνει, γραμμένο με κέφι. Ένα μυθιστόρημα για ένα ιστορικό πρόσωπο που όμως γρήγορα γίνεται μυθιστορηματικό.
Ταξίδι
Ο συγγραφέας δεν γράφει ούτε βιογραφία ούτε ιστορικό μυθιστόρημα. Mέσα από 99 ενότητες, κινηματογραφικά, έχοντας επιλέξει τη σημαντικότερη οκταετία της ζωής του καλλιτέχνη, επιχειρεί να αναδείξει τον Mάρκο Bαμβακάρη. Ένα ταξίδι αναζήτησης προσωπικής και συλλογικής μνήμης. Με φόντο την προσφυγική κοινωνία του Πειραιά, της Σύρου, της Θεσσαλονίκης, μιας Ελλάδας που προσπαθεί να ορθοποδήσει, να βρει τους δρόμους της, ένας δημιουργός ακολουθεί την εσωτερική παρόρμηση, το χάρισμα, την ανάγκη για δημιουργία, κόντρα στους καιρούς
Η συνήθης πρακτική ορίζει ότι τα μυθιστορήματα γίνονται σενάρια. Ο Σκαμπαρδώνης όμως έκανε το αντίθετο, διασκευάζοντας σε μυθιστόρημα ένα σενάριό του για τη ζωή του κορυφαίου του ρεμπέτικου Μάρκου Βαμβακάρη, το οποίο δεν ευτύχησε να γίνει ταινία. Ο συγγραφέας πέτυχε να μεταγράψει το υλικό του από το ένα είδος στο άλλο. Ο αναγνώστης δεν νιώθει εξαπατημένος, ότι δηλαδή διαβάζει ένα ξερό σενάριο, γιατί το υλικό αποκτά, πράγματι, μυθιστορηματικό ρυθμό. Έχουμε λοιπόν ένα μυθιστόρημα με εξωτερική εστίαση -εύλογο αφού το υλικό του προοριζόταν για να καταγραφεί από τον κινηματογραφικό φακό-, που ταυτόχρονα αποδίδει την εσωτερική ζωή του πρωταγωνιστή του. Η αφήγηση χτίζεται πάνω σε δράση και διάλογους, μέσα στα οποία αφομοιώνονται ομαλά, χωρίς ραφές, το πραγματολογικό υλικό για την εποχή του μεσοπολέμου και οι αξιολογικές κρίσεις, που τοποθετούν το έργο του Βαμβακάρη μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας της ελληνικής μουσικής. Η μάγκικη γλώσσα των ρεμπετών της εποχής δεν περιορίζεται στους διάλογους αλλά επεκτείνεται και στις περιγραφές, οι οποίες γίνονται με αυτόν τον τρόπο κομμάτι της αφήγησης και όχι σημειώσεις του περιθωρίου που προορίζονται για σκηνοθετική και σκηνογραφική καθοδήγηση. Η τραχιά υφή της γλώσσας λειτουργεί αντιστικτικά ως προς το ρομαντισμό των χαρακτήρων και υπογραμμίζει ως λαϊκό καταστάλαγμα τις σκέψεις του Μάρκου για τη δημιουργία. Τέλος, η γραφή διακρίνεται για την εικονοπλαστική της δύναμη, η οποία απογειώνεται στις ονειροπολήσεις του Μάρκου και στις σκηνές όπου πρωταγωνιστεί η γυναίκα του, Ζιγκοάλα, την οποία παρουσιάζει ως ένα μείγμα μάγισσας, μέγαιρας και άγριου θηλυκού.
Συνοψίζοντας, η μυθιστορηματική μετάπλαση του σεναρίου έγινε εφικτή με το χρωματισμό της αφηγηματικής φωνής από τη γλώσσα των διαλόγων, με την ηδονοβλεπτική διάθεση της γραφής, που απογείωσε το υλικό πέρα από την σκέτη περιγραφή σκηνικού, και με την ικανότητα της αφήγησης να αποδίδει εσωτερικές καταστάσεις διατηρώντας εξωτερική εστίαση.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, πιθανώς και λόγω συγκυριών, ο συγγραφέας πέτυχε να αποδώσει και μια μεταμοντέρνα προοπτική. Διατηρώντας τη δομή του φιλμ, προσέγγισε τη ζωή του Μάρκου μετωνυμικά και απαλλάχθηκε από την υποχρέωση να συνθέσει μια μεγάλη αφήγηση. Δεν καταπιάστηκε δηλαδή με μια μυθιστορηματική βιογραφία, στην οποία θα χρειαζόταν να καταθέσει μια ολιστική ερμηνεία για τη ζωή και το έργο του Βαμβακάρη, αλλά επιλέγοντας στιγμιότυπα από τη ζωή του δημιούργησε μια μικροαφήγηση, η οποία «νομιμοποιείται» να έχει και υποκειμενικότητα και αποσπασματικότητα. Η ζωή του Μάρκου αποδόθηκε έτσι όπως την βλέπει ο συγγραφέας (αυτό εξάλλου το διατυπώνει ρητά και μέσα στην αφήγηση) και υπέστη μια ορισμένη αισθητικοποίηση, η οποία υποκαθιστά το κριτήριο για ιστορική ακρίβεια, ή «αυθεντικότητα».
Από την άλλη μεριά, τα στιγμιότυπα που δόμησαν την δράση του μυθιστορήματος προσομοιάζουν στη λειτουργία της μνήμης. Ο συγγραφέας προκειμένου να γράψει το σενάριό του είχε συζητήσει με ανθρώπους που γνώριζαν τον Βαμβακάρη και είχε συμβουλευτεί την αυτοβιογραφία του. Το ανεκδοτολογικό υλικό που προέκυψε δεν θα μπορούσε παρά να έχει αποσπασματικό χαρακτήρα. Εκείνες οι μνήμες διατήρησαν τον αυθορμητισμό τους, γιατί ακριβώς η δράση του μυθιστορήματος συνίσταται σε μια σειρά από στιγμιότυπα.
Τελικά, η μυθιστορηματική διασκευή του σεναρίου πραγματοποιήθηκε με επιτυχία. Ο Σκαμπαρδώνης προσφέρει ένα μυθιστόρημα, που χωρίς μεγάλες αναγνωστικές απαιτήσεις συγκινεί και ψυχαγωγεί. Η μαγκιά και η απλότητα των πρωταγωνιστών του αναδύουν την ευωδιά μιας εποχής που φαίνεται να έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Μ υ θ ι σ τ ο ρ ή μ α τ α
Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας (Ελληνικά Γράμματα, 2008)
Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου (Κέδρος, 2006)
Ουζερί Τσιτσάνης (Κέδρος, 2001)
Γερνάω επιτυχώς (Κέδρος, 2000)
Δ ι η γ ή μ α τ α
Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος (Ελληνικά Γράμματα, 2009)
Επί ψύλλου κρεμάμενος (Κέδρος, 2003)
Ακριανή λωρίδα. Η ψίχα της μεταλαβιάς (Καστανιώτης, 1998)
Πάλι κεντάει ο στρατηγός (Καστανιώτης, 1996)
Η στενωπός των υφασμάτων (Καστανιώτης, 1992)
Η ψίχα της μεταλαβιάς (Τραμ, 1990)
Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό (Ιανός, 1989 -Καστανιώτης, 1992)
Ά λ λ ε ς ε κ δ ό σ ε ι ς
Απόγευμα Σαββάτου / Saturday Afternoon (Δίγλωσσο φωτογραφικό λεύκωμα με κείμενα του ιδίου, εκδ. Ζαρζώνης, 2001)
Σ υ μ μ ε τ ο χ έ ς σ ε σ υ λ λ ο γ ι κ ά έ ρ γ α
Ανδρικές απολαύσεις (Ελληνικά Γράμματα, 2004)
4 Διηγήματα, (Μεταίχμιο, 2002 - ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης συμμετέχει με το διήγημα «Αγύριστο κεφάλι»)
Sante - 15 Συγγραφείς και ένα μυθικό τσιγάρο (Ύψιλον, 1998)
Επτά διηγηματογράφοι της Θεσσαλονίκης (εκδ. Σχήμα & Χρώμα, 1993)
Το μοντάζ έγινε από την Αλεξάνδρα Γρυπάρη και τη Στεφανία Παπαϊωάννου.