H ιστορία μιας νεαρής, ποθητής χήρας, που θα εκπλαγεί από έναν άντρα. Με χιούμορ και τρυφερότητα, το μυθιστόρημα αφηγείται μια γοητευτική ερωτική ιστορία, που ξεκινά και συνεχίζεται με πολλές εκπλήξεις.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Gregorio Michael
Η όψη του σκότους
Συναρπαστικό θρίλερ που μας μεταφέρει στην Πρωσία του 19ου αιώνα, σε μια Ευρώπη που μεταμορφώνεται, μια εποχή επώδυνα μεταβατική, σε ένα κόσμο αστάθειας και αναζητήσεων, όπου τίποτα δεν είναι ό,τι δείχνει.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Chekhov Anton
Πόσο αργεί να ξημερώσει...
15 λογοτεχνικά διαμάντια, από τον σπουδαίο Ρώσο συγγραφέα που αναγνωρίζεται παγκόσμια ως ο μετρ του είδους.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Συλλογικό
Αγάπης γράμματα
Τριάντα πέντε σημαντικοί σύγχρονοι συγγραφείς γράφουν κείμενα για τον έρωτα, την αγάπη - τη συντροφική, τη φιλική, προς τη μάνα, προς τον εαυτό, αλλά και προς τη φύση, ακόμη και προς τον ίδιο τον πλανήτη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Κοκορέλη Αργυρώ
Ο Γαργαντούας
Τα παιδικά χρόνια του θρυλικού για τη λαιμαργία του γίγαντα Γαργαντούα. Διασκευή του γνωστού παραμυθιού του Φρανσουά Ραμπελέ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Light John
Το Λουλούδι
Όταν ο Μπριγκ ανακαλύπτει ένα βιβλίο με τη σημείωση «Μην το διαβάσεις», δε μπορεί να αντισταθεί. Αυτό θα τον οδηγήσει σε μια απρόσμενη ανακάλυψη, που θα φέρει φως και ομορφιά στους κατοίκους ενός σκυθρωπού κόσμου. Βραβείο «Eleanor Farjeon Award».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Κοκορέλη Αργυρώ
Ριπ Βαν Ουίνκλ
Μια διασκευή του κλασικού έργου του Ίρβινγκ Ουάσινγκτον όπου η ονειρική ατμόσφαιρα της ιστορίας αποδίδεται εξαιρετικά.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Μπουλώτης Χρήστος
Το στρατιωτάκι που ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας και ποιητής
Τρυφερό παραμύθι που μιλά για ένα από πολυτιμότερα δικαιώματα του ανθρώπου: την ειρήνη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Μουρσελάς Κώστας
Κλειστόν λόγω μελαγχολίας
Μια σύγχρονη μικρή πόλη, πολλές ανθρώπινες ιστορίες, που σελίδα τη σελίδα «γράφουν» το μυθιστόρημα της ζωής. Είναι το «Κλειστόν λόγω μελαγχολίας».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Γλυκοφρύδης Γιώργος
Δέκα ώρες δυτικά
Ο δωσίλογος Σταύρος δρα εγκληματικά στη Θεσσαλονίκη του ’40. Η Αριάδνη και ο Μωυσής, 60 χρόνια μετά, παράφορα ερωτευμένοι, θα βρεθούν αντιμέτωποι με τους ανοιχτούς λογαριασμούς της Ιστορίας…
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Χριστοφιλοπούλου Γκρέτα
Το παλίμψηστο του Αρχιμήδη
Η ζωή και η εποχή του Αρχιμήδη (3ος αι. π.Χ.) αναπαρίστανται μυθοπλαστικά σ' ένα ιστορικό μυθιστόρημα που ασχολείται και με την τύχη του συγγραφικού έργου του Αρχιμήδη, τους επόμενους 10 αιώνες.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Σκαμπαρδώνης Γιώργος
Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος
27 διηγήματα υφασμένα πάνω σε σταθερές, αόρατες γραμμές και σε ρευστά σχέδια, μεταξύ μιας ύπερθεν μοίρας και του σουρεαλισμού της πραγματικότητας, μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009 και ώρα 19:30, στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β & Μ Θεοχαράκη (Βασιλίσσης Σοφίας 9 & Μέρλιν 1, Αθήνα).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν: Θεοδόσης Πελεγρίνης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Βαγγέλης Χρόνης, Ποιητής.
Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσουν: Αννίτα Δεκαβάλα, Κοραλία Καράντη, Διονύσης Τσακνής.
Διαβάστε εδώ την παρουσίαση του Βαγγέλη Χρονά
Η παρουσίαση ενός βιβλίου του Γιώργου Μανιώτη δεν είναι εύκολη υπόθεση. Δεν είναι εύκολη υπόθεση γιατί ο Μανιώτης είναι ένας ογκόλιθος που δύσκολα μπορείς να τον τεμαχίσεις και να τον αναλύσεις. Χωρίς να έχω στατιστικά στοιχεία, πιστεύω πως πρόκειται για τον πολυγραφότερο Έλληνα συγγραφέα. Έχει εκδώσει, μέχρι στιγμής, 46 βιβλία με διηγήματα, μυθιστορήματα, νουβέλες, θρίλερ, θεατρικά έργα και ποίηση. Αναρίθμητα έργα του έχουν παιχτεί στο θέατρο, στην τηλεόραση ή ακούστηκαν στο ραδιόφωνο, και πολλούς στίχους του τους έχουμε ψιθυρίσει μέσα από τραγούδια. Έχει επίσης σκηνοθετήσει στο θέατρο και την τηλεόραση.
Σήμερα έρχεται να μας εκπλήξει με το τεσσαρακοστό έβδομο βιβλίο του που το ονομάζει Μίξερ. Πρόκειται για έναν τίτλο ξενικό που έρχεται σε αντίθεση με την καθαρότατα ελληνική γραφή του, αλλά μας έχει συνηθίσει και στο παρελθόν με παρόμοιους τίτλους όπως το Γκαζόν του μπαμπά, το Γκρο πλαν, το Crazy love και το Match.
Ο Μανιώτης είναι από τους συγγραφείς που στα βιβλία του χρησιμοποιεί για τους χαρακτήρες του μόνον ελληνικά ονόματα και τα κείμενά του εν γένει πλημμυρίζονται από ελληνικότητα, δίχως αυτό να αποκλείει μία παγκοσμιότητα. Όταν τα κείμενα αφορούν βαθιά σκέψη, ανάλυση χαρακτήρων και συμβάντων, δεν μπορεί παρά να είναι γραπτά για τον κάθε αναγνώστη του πλανήτη.
To mixer δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία συσκευή αναμίξεως, αλλά στο βιβλίο του έχει μία τελείως μεταφορική έννοια που έχει σχέση με την ύπαρξη, τον ανθρώπινο κύκλο και όλες τις αγωνίες και τα πάθη του ατόμου όπως θα δούμε παρακάτω. Δημιουργεί έναν ανθρωποπολτό που ποτέ δεν μπορεί να δέσει, αν και φαινομενικά φαίνεται όλοι να βράζουν στο ίδιο καζάνι. Στο κάτω κάτω, λίγο πολύ όλοι μας σε ένα καζάνι βράζουμε αλλά ο καθένας μας διατηρεί τις δικές του γεύσεις, που πολλές φορές είναι τόσο έντονες και εγωιστικές ώστε μας αναγκάζουν να ξεκόβουμε από τους συνανθρώπους μας. Προφανώς με την λέξη mixer υπονοεί τη ΖΩΗ γενικότερα αλλά και τους σύγχρονους ταχείς ρυθμούς που μας αναγκάζουν, ακριβώς λόγω της μεγάλης ταχύτητάς τους, να ξεφεύγουμε από τα καθημερινά γεγονότα, να αποξενωνόμαστε και δυστυχώς να θεωρούμε σαν δεδομένα όλα αυτά τα τραγικά που συμβαίνουν δίπλα μας.
Στο εξώφυλλό του παρουσιάζει ένα πραγματικό και διάφανο mixer μέσα από το οποίο διακρίνονται δεκάδες ανθρώπινες φιγούρες σε στάσεις πανηγυρισμού, χαράς και ανάτασης ύστερα από κάποιο σοβαρό και ευχάριστο γεγονός. Θα μπορούσε να προβάλει αυτή την ευχάριστη φωτογραφία μόνη της και όχι εγκλωβισμένη και φυλακισμένη μέσα σε ένα κουζινικό σκεύος. Δεν το κάνει όμως και έχει τους λόγους του. Είναι σύνηθες στα κείμενά του να έχει τους χαρακτήρες του εγκλωβισμένους, όχι από προσωπική τους επιθυμία για επιβίωση ή μαζοχισμό, αλλά γιατί το ίδιο το σύστημα επιβάλλει τους κανόνες του. Έτσι, το άτομο έχει καταντήσει έρμαιο ενός άγραφου νόμου, ενός συστήματος που παρασύρει στα λασπώδη βάθη του αυτούς που δεν μπορούν να αντισταθούν, και που φοβούμαι ότι είναι πολλοί.
Η έννοια του mixer δεν χαρακτηρίζει μόνον το κείμενο και τις ιδέες αλλά και τη δομή και το κτίσιμο του ίδιου του βιβλίου. Μία πλήρης ανάμειξη και καθαρή ανατροπή των μέχρι σήμερα γνωστών κανόνων της τυπογραφικής παράδοσης. Ο Μανιώτης είναι εξάλλου γνωστός για τις καινοτομίες του. Τα κείμενά του, με τον τρόπο που τα παρουσιάζει, δείχνουν αθώα στην πρώτη ανάγνωση, απέχουν, όμως, κατά πολύ της αθωότητας, τόσο στην τεχνική της παρουσιάσεως όσο και των νοημάτων. Θέλουμε δεν θέλουμε μας αναγκάζει να γίνουμε σε ένα βαθμό Πουαρό για να αποκωδικοποιήσουμε τους γρίφους. Εγώ τουλάχιστον στο τέλος της ανάγνωσης αισθάνθηκα άσχημα που δεν οσμίστηκα την πονηριά του συγγραφέα και αναγκάστηκα να διαβάσω το βιβλίο δύο φορές. Όχι πως δεν θα το ξαναδιάβαζα ούτως η άλλως. Σίγουρα η δεύτερη ανάγνωση με βοήθησε πολύ να προσεγγίσω το κείμενο.
Θα σας εξηγήσω για να καταλάβετε και εσείς περί τίνος πρόκειται. Το βιβλίο έχει 126 κείμενα η καλλίτερα 126 αυτόνομες ιστορίες. Οι ιστορίες όμως αυτές, αν και αυτόνομες, είναι μέρος 18 μεγαλύτερων ιστοριών και κάθε ιστορία χωρίζεται σε 7 κεφάλαια.
«Οι ιστορίες αυτές περιπλέκονται μεν στην τύχη, οι ρίζες τους, όμως, συνφύονται, άρρηκτα συνδεδεμένες κάτω από το χώμα μέσα στο ίδιο τετραγωνισμένο παρτέρι», γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας στον επίλογό του με οδηγίες προς τους απαιτητικούς αναγνώστες.
Τώρα που γνωρίζετε το μυστικό, μπορείτε να αποφασίσετε αν θα διαβάσετε το βιβλίο σελίδα-σελίδα η αν, ακολουθώντας τις οδηγίες του συγγραφέα, αποφασίσετε να διαβάσετε τις ιστορίες στη συνέχειά τους. Είναι αλήθεια ότι θα χρειαστείτε ένα κουβάρι, όπως για μένα είναι γεγονός ότι η δεύτερη ανάγνωση με έβαλε πιο βαθιά στις σκέψεις του συγγραφέα.
Θα σας κούραζα αν σας διάβαζα τους τίτλους των 126 ιστοριών, αλλά θα σας αναφέρω τους τίτλους όπως τους σύντμησε ο συγγραφέας για να πάρετε μια ιδέα για το περιεχόμενο:
«Πένθος», «Το πιάνο», «Ψάξε ψάξε δεν θα το βρεις», «Μία ιστορία για το ΤΕΒΕ», «Μαθήματα ελευθερίας», «Συζυγικά παιχνίδια», «Ευτυχισμένες στιγμές», «Τα παραμύθια της ζωής σου», «Το τέλειο έγκλημα», «Δολιοφθορά», «Τα απαγορευμένα», «Κουβέντες του καλοκαιριού», «Όνειρα», «Εξομολογήσεις γυναικών», «Το βάρος», «Καινούργιοι δολοφόνοι», «Γιορτές» και «Γράμματα του πατέρα».
Αν μπαίναμε στην ανάλυση του περιεχομένου αυτών των κεφαλαίων, να είστε βέβαιοι πως θα χρειαζόμασταν πολύ χρόνο και ατελείωτες σελίδες κειμένων. Πώς μπορείς εξάλλου να περιγράψεις τη ζωή και την αγωνία του θανάτου μέσα σε μερικές αράδες; Ο Μανιώτης καταφέρνει μέσω ανθρώπινων χαρακτήρων, κατοικίδιων ζώων, ακόμη και αυτοκινήτων και σκευών –όπως το mixer- να βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο, θέτοντας στον αναγνώστη ερωτηματικά ακόμη και σε θέματα που δεν μπορεί να υποψιαστεί. Δεν καθοδηγεί και ούτε δίνει συστάσεις. Αυτό το αποφεύγει εντέχνως, αλλά με τη δική του αυστηρή κριτική σε αναγκάζει να δεις καταστάσεις που ίσως δεν έχεις διανοηθεί και που δεν είναι ούτε υποθετικές ούτε φανταστικές. Είναι καθαρά πραγματικές έστω και αν φαίνονται κάποιες φορές εξαιρετικά τραβηγμένες ή ακόμη και κυνικές. Τις αξίες δεν τις υποδεικνύει αλλά τις αφήνει στην κρίση του αναγνώστη. Το καλύτερο αύριο τον ενδιαφέρει, γι’ αυτό και αγωνιά.
Την αγάπη για τη φύση και το μεγαλείο του απλού και του ωραίου δεν την περιγράφει νοσταλγικά και ρομαντικά και σε αφήνει με τη δική σου ματιά να την αναγνώσεις, να την εκτιμήσεις και να την αναγνωρίσεις.
Την αγωνία του θανάτου δεν προσπαθεί να σου την επιβάλει, αλλά σου επιτρέπει να την δεις όπως εσύ κρίνεις. Τα καυστικά σχόλιά του είναι πραγματικές κραυγές απόγνωσης και πόνου και σε παραπέμπουν σε εικόνες ακόμη και τρόμου. Ανησυχεί και φοβάται γιατί μας αναγκάζουν να περάσουμε τη ζωή μας καβάλα σε ένα ψέμα. Προσπερνάμε τη φρίκη με ευκολία σαν όλα να πηγαίνουν καλά και να μη συμβαίνει τίποτα.
Αν επέλεγε να μας δείξει την αγωνία αυτή μέσα από εικόνες, πιστεύω πως η κραυγή του Μουνκ θα ήταν η πιο χαρακτηριστική.
Τα κείμενά του κατακλύζονται κυριολεκτικά από μύριες εικόνες πραγματικές-περιγραφικές και από εικόνες του μυαλού και της φαντασίας.
Στο βιβλίο του αυτό δεν απέφυγε να περιγράψει και προσωπικά του βιώματα και καταστάσεις με φίλους και γνωστούς. Αν και δεν αναφέρει τα ονόματα των ηρώων του, αναγνώρισα αρκετούς από αυτούς τους χαρακτήρες μέσα στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο ομιλών.
Ο συγγραφέας δεν στέκεται στα απλά γεγονότα και ούτε προσπαθεί να ωραιοποιήσει τις καταστάσεις, από τις οποίες κάποιες ήταν πράγματι ωραίες. Με αφορμή αυτά τα συμβάντα πηγαίνει παραπέρα και ανακαλύπτει στοιχεία που μόνον η δική του ματιά θα μπορούσε να τα εντοπίσει ή τουλάχιστον η δική του πένα θα μπορούσε να αποδώσει.
Έχοντας την τύχη να είμαι φίλος του Γιώργου Μανιώτη τις τελευταίες δεκαετίες -επιτρέψτε μου να μην αναφέρω τον ακριβή αριθμό των ετών, κάτι που δεν θα ευχαριστήσει τον νεαρότατο ακόμη Μανιώτη-, έχοντας λοιπόν αυτή την τύχη, εκ των πραγμάτων έχω διαβάσει και παρακολουθήσει το σύνολο του έργου του.
Μελετώντας το Μίξερ, βρήκα συμπυκνωμένο σχεδόν το σύνολο του έργου του και όλη του τη σκέψη.
Η θεατρική του γραφή είναι παρούσα και έντονη με αυτούς τους πολύ σύντομους και έξυπνα πλεγμένους διαλόγους. Η τέχνη της επιστολογραφίας αναδεικνύεται χαρακτηριστικά. Τα συγγραφικά του χαρίσματα και η διηγηματική του γραφή είναι ζωντανά. Η ποίησή του πλημμυρίζει μέσα και έξω.
Τελειώνοντας θα ήθελα, αφού συγχαρώ τον φίλο Γιώργο Μανιώτη για αυτό το υπέροχο βιβλίο που κατάφερε να μας δασκαλέψει με το δικό του τρόπο αυθόρμητα ή και ηθελημένα, να διαβάσω ένα απόσπασμα από μία πρόσφατη συνέντευξή του.
«Με τη ταχύτητα του βίου δεν μας επιτρέπουν να ανακαλύψουμε τις δομές του καιρού μας και να αναγνώσουμε την εποχή μας. Αυτή η γνώση δεν συμφέρει κανέναν. Έτσι όλα αυτά τα παθήματα που ξεσπούν γύρω μας δεν μας γίνονται ποτέ μαθήματα. Εμείς απλώς τα προσπερνάμε επιδιώκοντας να ευτυχήσουμε μέσα σε ένα πεδίο μάχης».
Σας ευχαριστώ.
Διαβάστε εδώ την παρουσίαση του Θεοδόση Πελεγρίνη
Η ζωή, όπως έχει επισημανθεί, είναι ένας σωρός από γεγονότα τυφλά, με την έννοια ότι το ένα δεν παραπέμπει κατ’ ανάγκην στο άλλο ούτως ώστε όλα μαζί να οδηγούν σε έναν τελικό σκοπό – τέτοιον που να της δίνει νόημα. Απεναντίας εκείνο που κυριαρχεί στη ζωή είναι η αντίφαση. Ένα πράγμα –το σπίτι ή το λουρί, ας πούμε, όπου ο κος Γιώργος Μανιώτης αναφέρεται κατ’ επανάληψη στο έργο του Μίξερ, με την ευκαιρία της παρουσίασης του οποίου μαζευτήκαμε απόψε εδώ– αντιφάσκει όχι απλώς προς κάποιο άλλο πράγμα, αλλά και προς τον ίδιο τον εαυτό του ούτως ώστε να παρουσιάζεται άλλοτε έτσι κι άλλοτε αλλιώς ή και αντίθετα.
Ειδικότερα, για το σπίτι, λέει ο κος Μανιώτης στο «Πάρτι των γενεθλίων» (σσ. 243-4), αυτό μπορεί να είναι ένας τόπος γιορτής με ποικίλες γεύσεις φαγητών, εκκωφαντική μουσική και ξέφρενο χορό, κατ’ αντιδιαστολή προς την εξωτερική ατμόσφαιρα, όπου αλυχτάει η μοναξιά δείχνοντας τα δόντια της. Το σπίτι, όμως, μπορεί, όπως το περιγράφει ο κος Μανιώτης στο αφήγημά του «Μια Δευτέρα πρωί» (σ. 11), να είναι κι ένας βουβός, πνιγηρός τόπος, που σου δίνει, ωστόσο, την ευκαιρία να καταγράψεις από το μπαλκόνι του έξω στο δρόμο όχι την ηρεμία που κυριαρχεί μέσα, αλλά την κίνηση –τις κούρσες, τα φορτηγά, τα τρακτέρ, τα μηχανάκια που περνούν με θόρυβο– μέχρι να σύρεις τα ποδάρια σου στο εσωτερικό, για να ξαναβγείς στο μπαλκόνι την επομένη, να χαρείς μια καινούρια πάλι μέρα. Ακόμη το σπίτι, λέει ο κος Μανιώτης «Στο σπίτι μιας φίλης» (σσ. 59-61), είναι ένας τόπος όπου, καλώντας φίλους, μπορείς, μέσα από τη συζήτηση που διεξάγουν με ευγένεια και προσποίηση, να ανακαλύψεις την αποξένωση που υπάρχει μεταξύ τους, να καταλάβεις ότι «χρόνια τώρα ο καθένας σκάβει το προσωπικό του αυλάκι παλεύοντας με το σκληρό χώμα της γης, πιστεύοντας ότι έτσι θα πέσει πάνω στον θαμμένο θησαυρό». Η λύση, για να ξεφύγεις από την κόλαση αυτήν της ευγένειας και της προσποίησης, είναι να ανοίξεις «τα παράθυρα, όσο κρύο κι αν κάνει, για να σκορπιστεί η κακοδαιμονία» που έχει εγκατασταθεί στο σπίτι μέσα. Το σπίτι, επίσης, μπορεί να καταλήξει να γίνει φυλακή και τόπος εκπόρνευσης, χωρίς συγχρόνως η απόκτησή του να πάψει να είναι ένα όνειρο ζωής, όπως το περιγράφει ο κος Μανιώτης στο αφήγημά του «Όποιος παίζει με την φωτιά» (σσ. 173-175), όπου παρουσιάζεται μια νέα γυναίκα που ο άντρας της, για να την εκδικηθεί, επειδή την θεωρούσε στέρφα, την περιόρισε μέσα στους τέσσαρις τοίχους του αποκόβοντάς την από όλες τις γνωριμίες της και τους οικείους της, κι αυτή, για να τον εκδικηθεί από την πλευρά της, δεχόταν, τις ώρες που έλειπε εκείνος, εραστές επί πληρωμή, προκειμένου να μαζέψει τα απαραίτητα χρήματα για να αγοράσει το δικό της σπίτι και να τον διώξει. Το σπίτι, περαιτέρω, μπορεί με τη σιωπή του να σε πλακώσει βυθίζοντάς σε σε μαύρες ανέλπιδες σκέψεις, όπως συμβαίνει με τις δυο ηλικιωμένες αδελφές στο αφήγημα του κου Μανιώτη «Το ξεχασμένο εξοχικό» (σσ. 189-191), οι οποίες, για να ξεφύγουν από τη θανατηφόρα σιγή του παράγγειλαν στον μπακάλη να τους φέρει ένα ράδιο με την ελπίδα ότι, ακούγοντάς το να τους μεταφέρει από τον έξω κόσμο τραγούδια και ανθρώπους να μιλούν, θα μπορούσαν να γλιτώσουν από τη σιωπή του σπιτιού. Το σπίτι, ανεξάρτητα από τη θαλπωρή και την ασφάλεια που σου προσφέρει, δεν παύει, λέει ο κος Μανιώτης στο «Μια χειμωνιάτικη μέρα» (σσ. 248-9), να είναι λειψό, να μην σου φτάνει να κοιτάς τι γίνεται έξω στο δρόμο αλλά να χρειάζεται να έχεις την τηλεόραση να παίζει, κι ας δείχνει τα λιοντάρια στο δάσος να τρώει το ένα το άλλο, τον κοσμάκη να χάνεται, γυαλιά κι αίματα από δω κι από κει στους δρόμους, ανθρώπους να στριγκλίζουν, ξανθές ξετσίπωτες να χορεύουν, κι άλλα τραγικά και κωμικά – μόνο να υπάρχει κάτι να απασχολεί το μυαλό. Το σπίτι, όμως, όσο κι αν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είναι τόπος μαρτυρίου, παραμένει ο ιδανικός χώρος για να ξεφύγει κανείς από όσα συμβαίνουν έξω και σε «βγάζουν από τα ρούχα σου», όπως λέει ο κος Μανιώτης στην «Ανατροπή» (σσ. 44-6), και να στοχαστείς. Σχεδόν όλες οι δυστυχίες μας, για να θυμηθούμε τον Μπωντλαίρ, πηγάζουν από το γεγονός ότι δεν έχομε μάθει να μένομε στο δωμάτιό μας, όπως λέει ένας σοφός, ο Πασκάλ νομίζω, ανακαλώντας έτσι στο κελί της περισυλλογής όλους τους έξαλλους που αναζητούν την ευτυχία στην κίνηση και σε μια εκπόρνευση που θα μπορούσαμε να αποκαλέσομε συντροφική, αν θα θέλαμε να μεταχειριστούμε μια εκλεπτυσμένη έκφραση.
Κατ’ ανάλογο, αντιφατικό, τρόπο, όπως απαιτεί η ζωή, περιγράφει ο κος Μανιώτης το λουρί. Έτσι, στον «Άσπρο σκύλο» (σσ. 20- 22), περιγράφει ένα σκυλάκι που, όσο κι αν οι ιδιοκτήτες του τού προσφέρουν μια άνετη από κάθε άποψη ζωή, παραπονιέται για το λουρί που του περνούν στο λαιμό όταν τον βγάζουν έξω, με αποτέλεσμα να μην είναι ελεύθερο να τρέξει όπου θέλει, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αδέσποτα σκυλιά στο δρόμο, τα οποία μπορεί μεν να μην έχουν το λουρί στο λαιμό να τα κρατάει δέσμια και να έχουν τη δυνατότητα να τρέχουν ελεύθερα όπου θέλουν, αλλά, συγχρόνως, δεν απολαμβάνουν και τις ανέσεις που καρπώνεται το σκυλί με το λουρί στο λαιμό. Αλλού πάλι ο κος Μανιώτης αντιστρέφει τη σχέση του σκύλου με το λουρί. Στο αφήγημά του «Το σχολείο» (σσ. 138-139) περιγράφει έναν σκύλο που μένει όλη τη μέρα ελεύθερος στο σπίτι, αλλά, επειδή είναι ολομόναχος, αισθάνεται δυστυχισμένος. Είναι τόση η θλίψη που του προκαλεί η απόλυτη ελευθερία του μέσα στο άδειο σπίτι, ώστε μοναδική προσδοκία του είναι να επιστρέψουν το βράδυ οι ιδιοκτήτες του και να του περάσουν το λουρί στο λαιμό για να τον βγάλουν έξω στο πάρκο. Τότε βρίσκει ξανά το κέφι του – έστω κι αν τον τραβούν δυνατά από το λουρί και δεν τον αφήνουν να χαρεί τίποτε. Στο αφήγημά του «Το ίδιο λουρί» (σσ. 259-61) ο κος Μανιώτης επισημαίνει ότι το λουρί κάθε άλλο παρά συνεπάγεται τη στέρηση της ελευθερίας. Τι αξία, αλήθεια, μπορεί να έχει η ελευθερία του σκύλου που κόβει το λουρί του με τα δόντια του και αδέσμευτος πια τρέχει στους δρόμους, όταν οι ιδιοκτήτες του τού έχουν ενσταλάξει μέσα του το φόβο να μην πλησιάζει τους άλλους αδέσποτους σκύλους γιατί θα μπορούσαν να του κάνουν κακό, ή όταν οι άλλοι σκύλοι έχουν περασμένο στο λαιμό τους το λουρί έτσι ώστε, μόλις τους πλησιάζει, τα αφεντικά τους να τους τραβούν μακριά του. Οι κύριοι του περί ου ο λόγος σκύλου είναι τόσο σίγουροι για την ανύπαρκτη ελευθερία του, ώστε ούτε άλλο λουρί σκέφτηκαν ποτέ να του αγοράσουν ούτε να τον μαλώσουν που γύριζε από δω κι από κει ελεύθερος. Αυτή, βέβαια, η απόλυτη εμπιστοσύνη στην ελευθερία μπορεί εκείνος που την εισπράττει –ο σκύλος, εν προκειμένω, που δεν έχει περασμένο στο λαιμό του λουρί– να την εκλάβει σαν αδιαφορία, όπως παρατηρεί ο κος Μανιώτης στις «Υποψίες» (σσ. 320-3). Νιώθει, όπως επισημαίνει ο κος Μανιώτης στο αφήγημά του «Το αόρατο λουρί» (σσ. 387-8), ξένος μέσα στον κόσμο και αισθάνεται, προκειμένου να κερδίσει τη συμπάθεια των ανθρώπων του περιβάλλοντός του, την ανάγκη «να φορέσει μόνος του ένα αόρατο λουρί γύρω από το λαιμό του».
Με τον ίδιο δαιδαλώδη τρόπο που προσεγγίζει το σπίτι και το λουρί ο κος Μανιώτης αντιμετωπίζει, γενικώς, τα πράγματα που μας περιβάλλουν: ανθρώπους, ζώα, βαλίτσες, παιχνίδια, τηλεοράσεις, κουζίνες, ραδιόφωνα και άλλες ηλεκτρικές συσκευές. Χαράσσει κάθε φορά, εξ αφορμής ενός ανθρώπου, ενός ζώου, ενός πράγματος ή ενός γεγονότος, ένα μονοπάτι και, αφού το σύρει μέχρις ενός σημείου, το εγκαταλείπει, για να πάει ξανά στην αφετηρία να χαράξει ένα άλλο μονοπάτι προς διαφορετική κατεύθυνση που, αφού το σύρει κι αυτό μέχρις ενός σημείου, το εγκαταλείπει πάλι, για να πάει ξανά στην αφετηρία να χαράξει ένα άλλο μονοπάτι προς διαφορετική κατεύθυνση που, αφού το σύρει κι αυτό μέχρις ενός σημείου, το εγκαταλείπει πάλι, και ούτω καθεξής. Έτσι είναι η ζωή: ένα πλήθος από μονοπάτια που ξεκινούν από κάπου χωρίς να οδηγούν πουθενά. Αυτό το πλέγμα της ζωής από τυφλά μονοπάτια αναπαριστά στο Μίξερ του ο κος Μανιώτης – με την προσθήκη, όμως, δυο βασικών παραμέτρων, οι οποίες υπαγορεύονται από τη λειτουργία της τέχνης, την οποία ως συγγραφέας υπηρετεί.
Ο κος Μανιώτης, πρώτον, μιμείται εκείνο που η ματιά του παρατηρεί γύρω του. Ο Αριστοτέλης είχε επισημάνει ότι η διαφορά μεταξύ της τέχνης –της λογοτεχνίας, της γλυπτικής, του χορού και κάθε άλλης ανάλογης δημιουργικής διαδικασίας που ανήκει στις καλούμενες καλές τέχνες– από τις ονομαζόμενες πρακτικές τέχνες –την ξυλουργική, την οικοδομική και άλλες τέτοιες– είναι ότι, ενώ στην περίπτωση των πρακτικών τεχνών οι δημιουργοί με τα έργα τους συμπληρώνουν και εμπλουτίζουν τη φύση, στην περίπτωση της τέχνης ο καλλιτέχνης μιμείται τη φύση. Οι επιπλοποιοί κατασκευάζοντας τραπέζια προσθέτουν κάτι στη φύση, φτιάχνουν αντικείμενα που, πριν τα δημιουργήσουν, δεν υπήρχαν στη φύση. Η φύση από μόνη της δεν φτιάχνει τραπέζια. Ένας ζωγράφος, όμως, που αναπαριστά ένα άλογο, φτιάνει κάτι που ήδη, πριν το κατασκευάσει, το παρατηρούσε ότι υπήρχε. Ο ζωγράφος μιμείται τη φύση, την πραγματικότητα.
Ο καλλιτέχνης, ωστόσο, δεν μιμείται απλώς την πραγματικότητα, αλλά –κι αυτή είναι η δεύτερη σημαντική παράμετρος της τέχνης– οτιδήποτε μιμείται στο έργο που δημιουργεί κάθε φορά το μιμείται εν ονόματι κάποιου σκοπού που ο ίδιος έχει θέσει. Παραθέτοντας, για παράδειγμα, ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη» του την αυτοκτονία του Αίμονα, δεν μιμείται απλώς ένα γεγονός της πραγματικότητας, την αυτοκτονία ενός νέου, αλλά μιμείται ένα γεγονός της πραγματικότητας με τέτοιο τρόπο ώστε τούτο να υπηρετεί το σκοπό του συγγραφέα, που είναι η επικράτηση της θεϊκής εξουσίας πάνω στην κοσμική εξουσία.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, προκειμένου το έργο τέχνης να προκαλέσει την αισθητική απόλαυση, την κάθαρση που έλεγαν οι πρόγονοί μας, στην οποία στοχεύει, θα πρέπει ο σκοπός εν ονόματι του οποίου ο καλλιτέχνης μιμείται την πραγματικότητα να είναι άδηλος, να μην αποκαλύπτεται εξ αρχής, αλλά να τον ανακαλύπτει κανείς όταν πλέον θα έχει διατρέξει το έργο τέχνης. Η αφανής αρμονία, έλεγε ο Ηράκλειτος, είναι εκείνη που μας τέρπει αληθινά, η αρμονία την οποία δεν περιγράφει ο καλλιτέχνης εκ των προτέρων αλλά έχει κανονίσει να την ανακαλύψεις μπαίνοντας στο έργο του και αφού φτάσεις στο βυθό του τελευταίου αυτού. Το ίδιο πράγμα ο Καντ το εξέφρασε με την προκλητική έκφραση «σκοπιμότητα χωρίς σκοπό» που, αν θα μπορούσα να την ερμηνεύσω, σημαίνει: σκοπός χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο. Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα έργο τέχνης που σε τέρπει έχεις την αίσθηση ότι ο σκοπός για τον οποίο υπάρχει αυτό είναι απλώς και μόνο τούτος: να σε τέρπει και τίποτε άλλο, χωρίς να ξέρεις γιατί σε τέρπει, ποιες είναι οι προθέσεις του δημιουργού του και άλλα τέτοια σχετικά. Αυτήν τη σκοπιμότητα χωρίς σκοπό νιώθει ο αναγνώστης ακολουθώντας τα τυφλά μονοπάτια, τις ποικίλες διακλαδώσεις που ο κος Μανιώτης μιμούμενος τη ζωή αποτυπώνει στο Μίξερ του. Ένας χάρτης της ζωής που, διαβάζοντάς τον, χάνεσαι όχι γιατί φταίει ο χάρτης αλλά διότι η ζωή είναι έτσι: δαιδαλώδης, αντιφατική, χωρίς προοπτική.
Θέλοντας, ακριβώς, ο κος Μανιώτης να ξεχωρίσει, προδήλως, την πραγματικότητα, τη ζωή ειδικότερα, που είναι τυφλή και ασυνάρτητη, από το έργο του, που την μιμείται, το οποίο, ως προϊόν τέχνης, χαρακτηρίζεται από μια σκοπιμότητα χωρίς σκοπό, φροντίζει στο επιμύθιο του Μίξερ υπό τον τίτλο «Οδηγίες προς απαιτητικούς αναγνώστες για μια δεύτερη ανάγνωση του βιβλίου» να αποκαλύψει την αφανή δομή του δημιουργήματός του, να καταγράψει τις δομές που διατρέχουν από κάτω, το «ανακατεμένο», όπως λέει ο ίδιος, «παζλ» της ζωής, «όπου όλα τα χρώματα και τα σχήματα των γεγονότων και των καταστάσεων που βιώνομε ηχούν ορφανεμένα στο βρόντο». Δεν ξέρω κατά πόσον ο συγγραφέας μπορεί με τις οδηγίες του να συμβάλει στην αισθητική τέρψη που προκαλεί το ίδιο το έργο του. Εγώ προσωπικά γοητεύτηκα από το Μίξερ του κου Μανιώτη –από τα καλύτερα, έχω την εντύπωση, έργα του– δίχως να λάβω υπόψη μου τις οδηγίες του, μολονότι, σεμνύνομαι να πω, είμαι ένας απαιτητικός αναγνώστης.
Εκείνο που αναμφιβόλως συμβάλλει στην αξία όχι μόνο του Μίξερ αλλά γενικότερα του συγγραφικού έργου του κου Μανιώτη είναι, όπως και σε άλλη ευκαιρία έχω πει, το λεκτικό ιδίωμα που μεταχειρίζεται: η κατά βάση απλή καθαρεύουσα με τις από δω κι από κει αποκλίσεις που η ενορατική ευαισθησία του συγγραφέα συνεισφέρει. Πρόκειται για έναν τρόπο γραφής που, αν δεν σφάλλομαι, εισηγήθηκε ο Γιάννης Τσαρούχης, συνέχισαν λογοτέχνες όπως ο Κώστας Ταχτσής και εξακολουθούν να ασκούν συγγραφείς όπως ο κος Μανιώτης. Το είδος αυτό της συγγραφής εξασφαλίζει στο έργο τη διαχρονική επιβίωσή του. Με το ίδιο ενδιαφέρον που διαβαζόταν ο κος Μανιώτης πριν από τέσσερις περίπου δεκαετίες εξακολουθεί, πιστεύω, να διαβάζεται και σήμερα. Αντίθετα, ο πολύς Καζαντζάκης, ο μέγιστος διεθνώς πεζογράφος μας, λόγω του λεκτικού ιδιώματός του δεν μπορεί να έχει στις μέρες μας την απήχηση που είχε άλλοτε. Πώς μπορεί να σε ελκύσει η «χέρα» του Καζαντζάκη όταν σήμερα όλοι μιλάμε ταπεινά για το χέρι μας. Ειλικρινά, περισσότερο αισθάνομαι την αξεπέραστη γοητεία του Καζαντζάκη όταν τον διαβάζω στα εγγλέζικα από όσο όταν τον διαβάζω στα ελληνικά του. Δεν έχει συμβεί να διαβάσω τον κο Μανιώτη μεταφρασμένον στα ξένα, αλλά στη γλώσσα την ελληνική που του εδόθη αποπνέει τη γοητεία που ως λογοτέχνης είναι προορισμένος να προσφέρει.
Κάντε click στην εικόνα για να δείτε περισσότερες φωτογραφίες