Τελευταία Ενημέρωση (Δευτέρα, 15 Μάρτιος 2010 13:50) Συντάχθηκε απο τον/την Administrator Τρίτη, 30 Ιούνιος 2009 08:42

Σ χ ε δ ί α σ μ α ζ ω ή ς
γραμμένο από τον συγγραφέα, εν είδει μικρού αφηγήματος
Τον ερχομό μου στον κόσμο τον χρωστάω στην ξεροκεφαλιά της γιαγιάς μου, που ήθελε εδώ και τώρα ένα εγγόνι από τη στερνοκόρη της: ο τοκετός ήταν γεμάτος επιπλοκές, οι γιατροί έβαλαν στον πατέρα μου το δίλημμα «ή τη μάνα ή το παιδί», ο πατέρας μου είπε φυσικά «τη μάνα», οπότε η γιαγιά μου έκανε άνω κάτω την κλινική φωνάζοντας «και τη μάνα και το παιδί!». Οι γιατροί και ο πατέρας μου την έβρισαν, αυτή δωσ' του να σκούζει, τελικά δεν άντεξαν άλλο να την ακούνε και είπαν να κάνουν άλλη μια προσπάθεια, με καισαρική τομή. Έτσι εγώ, που κουβαλάω την ταμπέλα του «ορθολογιστή», υπάρχω χάρη σ' ένα τελείως ανορθολογικό, για να μην πω άφρον πείσμα.
Ώσπου να τελειώσω το δημοτικό, είχα γυρίσει σχεδόν όλη την Αθήνα της δεκαετίας του 1950. Κάτι τα οικονομικά σκαμπανεβάσματα, κάτι οι ιδιορρυθμίες του πατέρα μου, μετακομίζαμε κάθε χρόνο: από του Μακρυγιάννη στην Ομόνοια, από την Ομόνοια στη Νέα Σμύρνη, από εκεί στην Κυψέλη, έπειτα στην περιοχή του Μουσείου και τελικά στα Σεπόλια. Δεν προλάβαινα να κάνω φίλους στο σχολείο ή στη γειτονιά και άλλαζα πάλι περιβάλλον.
Στα επτά μου ερωτεύτηκα τη νεαρότατη δασκάλα μου για τα κομψά μοκασίνια της και στα εννιά μου απείλησα τη μητέρα μου ότι θα πέσω από την ταράτσα, αν δεν με παντρέψει με μια συμμαθήτριά μου, με την οποία ήμουν τρελά ερωτευμένος, παρόλο που της είχα μιλήσει μόνο μια φορά.
Στα Σεπόλια εγκατασταθήκαμε μετά τον ξαφνικό, πρόωρο θάνατο του πατέρα μου. Μιλάμε για δραματική κοινωνική έκπτωση. Τα Σεπόλια ήταν τότε μια πάμφτωχη συνοικία με πρωτόγονες συνθήκες ζωής. Φτωχοί ήμασταν τώρα κι εμείς. Εκεί ήρθα για πρώτη φορά σ' επαφή με τα λαϊκά στρώματα, γνώρισα τη νοοτροπία τους, την κουλτούρα τους, τον τρόπο ζωής τους, τους διάφορους ανθρώπινους τύπους τους. Το μάθημα δόθηκε στην κατάλληλη ηλικία και είχα τον χρόνο να το εμπεδώσω: έζησα στα Σεπόλια δεκατέσσερα χρόνια, από τα 10 ώς τα 24 μου.
Έγραψα το πρώτο μου «μυθιστόρημα» σε ηλικία έντεκα χρονών. Γέμιζε δεκαεννιά φύλλα χασαπόχαρτου και μιλούσε για την αναζήτηση δεινοσαύρων στην Αφρική. Ως τα δεκαέξι μου είχα γράψει άλλα δύο μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας, μεγάλα αυτά, επηρεασμένα από τον Ιούλιο Βερν, τον Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, τον Ουέλς και κάποιες ταινίες που είχα δει.
Διάβαζα από μικρός, μυθιστορήματα και εκλαϊκευμένα επιστημονικά βιβλία ή άλλα αναγνώσματα, αλλά δεν ξημεροβραδιαζόμουν πάνω από τα βιβλία. Πιο πολύ έβλεπα σινεμά, ήταν το πάθος μου εκείνα τα χρόνια και είναι ακόμα. Γενικά ήμουν διχασμένος ανάμεσα στην τέχνη και τις φυσικές επιστήμες, προπαντός τις βιολογικές. Τελικά βρήκα την ιδεώδη, όπως μου φάνηκε, λύση: ακολούθησα λύκειο κλασικής κατεύθυνσης, αλλά έδωσα εισαγωγικές εξετάσεις για το Φυσιογνωστικό Τμήμα (που αργότερα χωρίστηκε σε Βιολογικό και Γεωλογικό) της Φυσικομαθηματικής Σχολής, στην Αθήνα. Πρέπει να ήμουν ο μόνος ευχαριστημένος ανάμεσα στους 80 φυσιογνώστες. Οι άλλοι βρέθηκαν εκεί από σπόντα, επειδή δεν είχαν συγκεντρώσει τις απαραίτητες μονάδες για άλλα τμήματα με ανώτερο status (το Φυσιογνωστικό ετοίμαζε προπαντός καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, κάτι που δεν είχα καμιά όρεξη να γίνω).
Με το που πήρα το πτυχίο μου έφυγα για τη (Δυτική) Γερμανία, επίσημα για διδακτορικό πάνω στο προϊστορικό ψάρι κοιλάκανθος, αλλά ουσιαστικά επειδή ήθελα ν' ανασάνω λίγο αέρα ελευθερίας (βρισκόμασταν στην καρδιά της Χούντας) και επειδή είχα ρομαντικό δεσμό με μια Φιλανδέζα, που θα σπούδαζε εκεί. Η Φιλανδέζα με παράτησε σύντομα, εγώ παράτησα το διδακτορικό μου και ασχολήθηκα με άλλα πράγματα - μια θεατρική ομάδα, πολιτική, συμμετοχή σε κάποιες αντιδικτατορικές ενέργειες (όχι τίποτα σπουδαίο). Έζησα στη Γερμανία τριάμισι χρόνια, από τα πιο γεμάτα της ζωής μου.
Η «επαγγελματική» εμπλοκή μου με το βιβλίο άρχισε το 1970, όταν συνδέθηκα με τον πρωτοποριακό, τότε, εκδοτικό οίκο «Κάλβος», κυρίως ως μεταφραστής. Από τότε ώς σήμερα έχω μεταφράσει 63 βιβλία όλων των ειδών από οκτώ γλώσσες. Υποτίθεται ότι κατέχω καμιά δεκαπενταριά γλώσσες, τις εφτά ή οχτώ πολύ καλά. Τις περισσότερες τις έμαθα μόνος μου, από λόξα, περιέργεια ή αφελή ιδεαλισμό.
Τη δεκαετία του 1980, παρακινημένος από τον ανθρωπολόγο Άρη Πουλιανό, ξεκίνησα καινούργιο διδακτορικό, με θέμα την εξέλιξη της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Αυτό κατάφερα να το τελειώσω και αναγορεύτηκα διδάκτορας από το Πανεπιστήμιο του Βρότσλαβ, στην Πολωνία, επί κομμουνισμού και μάλιστα με στρατιωτικό νόμο (καθεστώς Γιαρουζέλσκι). Οι Πολωνοί καθηγητές που με εξέτασαν στον «διαλεκτικό υλισμό» μού είπαν κατάμουτρα και με ηδονή αυτό που εγώ προσπαθούσα να υπαινιχτώ πολύ διπλωματικά και ιδρώνοντας από το άγχος: ότι το βιβλίο του Ένγκελς «Διαλεκτική της φύσης» είναι για τα σκουπίδια!
Τη δεκαετία του 1990 δέχτηκα δύο φορές πρόσκληση από το Πανεπιστήμιο Κρήτης (Τμήμα Ψυχολογίας) να διδάξω εκεί. Δίδαξα συνολικά για έξι εξάμηνα το αντικείμενο του διδακτορικού μου, σεξουαλική σημειολογία στην τέχνη και ψυχολογία των ζώων. Τα τρία μαθήματα ήταν πολύ δημοφιλή ανάμεσα στους φοιτητές, εγώ όμως κατάφερα να γίνω αντιδημοφιλής ανάμεσα στους συναδέλφους μου καθηγητές. Έτσι, η πανεπιστημιακή καριέρα μου δεν είχε συνέχεια. Και, για να πω την αλήθεια, δεν με πολυενδιέφερε να έχει.
Το 1987, κάνοντας διακοπές στη Φολέγανδρο μ' έναν παλιό έρωτά μου, γνώρισα την κοπέλα από τη Δανία που θα γινόταν γυναίκα μου. Παντρευτήκαμε τον επόμενο χρόνο και είμαστε μαζί ώς σήμερα, όλο και πιο βέβαιοι πως είμαστε πολύ τυχεροί που βρήκαμε ο ένας τον άλλο.
Όσοι παρακολουθούν προσεκτικά τη στήλη μου στα «Νέα» έχουν αντιληφθεί εδώ και πολύ καιρό ότι δεν γράφω ακριβώς κριτική βιβλίου, αλλά μάλλον δοκίμια με αφορμή βιβλία. Εν πάση περιπτώσει, έχω αντιμετωπίσει όλες τις προκαταλήψεις εις βάρος ενός κριτικού που είναι και συγγραφέας κι έχω μάθει να μην τους δίνω σημασία. Οι ετικέτες ξεθωριάζουν και πέφτουν κάποτε, μένουν τα ίδια μας τα έργα να μιλούν για μας.
Ξεδιπλώνοντας στοιχεία της προσωπικότητάς του στο δημοφιλές «Ερωτηματολόγιο του Προυστ»
ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΤΡΙΒΗΣ ΗΤΑΝ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑΣ. ΒΙΟΛΟΓΟΣ, ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΗ ΠΟΥΛΙΑΝΟΥ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΕΙ ΣΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ «Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΩΝ ΔΡΑΚΩΝ», Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ ΕΧΕΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙ 12 ΒΙΒΛΙΑ, ΕΧΕΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ ΑΛΛΑ 62 ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΛΕΟΝ ΕΞΕΧΟΝΤΕΣ ΚΡΙΤΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΜΕ ΜΟΝΙΜΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΑ «ΝΕΑ» ΑΠΟ ΤΟ 1996. ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ, ΔΗΛΩΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΣΗΜΑΔΕΨΕ ΗΤΑΝ Ο «ΜΟΜΠΙ ΝΤΙΚ».
Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι; Να αισθάνομαι πως αξίζω την αγάπη εκείνων που με αγαπούν.
Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί; Η σκέψη ότι άλλοι έχουν σηκωθεί πιο νωρίς.
Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια; Προχθές, όταν ξαναείδα για πολλοστή φορά την ταινία «Της κακομοίρας», μια από τις δυο- τρεις καλύτερες κωμωδίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας, είναι; Η περιέργεια.
Το βασικό ελάττωμά σας; Ότι συγχωρώ δύσκολα.
Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια; Σ΄ εκείνα που τις συνέπειές τους πληρώνουν ακριβότερα όσοι τα έκαναν.
Η τελευταία φορά που κλάψατε; Όταν κατάλαβα ότι η αγάπη δεν είναι παντοδύναμη.
Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο; Με τον Ρίτσαρντ Φράνσις Μπάρτον (1829- 1890), εξερευνητή, ερασιτέχνη ανθρωπολόγο, φαινόμενο γλωσσομάθειας, ανήσυχο και ανεξάρτητο πνεύμα, αλλά loser (ο άχρωμος σύντροφός του Σπικ, και όχι εκείνος, ανακάλυψε τις πραγματικές πηγές του Νείλου, που αναζητούσαν μαζί).
Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα; Η γυναίκα μου.
Το αγαπημένο σας ταξίδι; Σε άσημες και σε κακόφημες γειτονιές ξένων πόλεων.
Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς; ΄Εντγκαρ Άλαν Πόε, Χέρμαν Μέλβιλ, Κάρελ Τσάπεκ, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Εμμανουήλ Ροΐδης, Γεώργιος Βιζυηνός.
Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα; Την ήρεμη αποφασιστικότητα.
Και σε μια γυναίκα; Τη γενναιοδωρία.
Ο αγαπημένος σας συνθέτης; Ο Μπαχ.
Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους; Γερμανικά εμβατήρια σε δικούς μου, ευτράπελους στίχους.
Το βιβλίο που σας σημάδεψε; Το «Μόμπι Ντικ».
Η ταινία που σας σημάδεψε; Τo «Βlowup» του Μικελάντζελο Αντονιόνι.
Ο αγαπημένος σας ζωγράφος; Ο Γκόγια.
Το αγαπημένο σας χρώμα; Το κόκκινο της σκουριάς.
Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας; Ότι «Ι did it my way».
Το αγαπημένο σας ποτό; Η ρακή.
Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο; Για μερικές περιπτώσεις όπου έριξα «τα άγια τοις κυσί».
Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα; Τη συναισθηματική τσιγκουνιά.
Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία; Η πεζοπορία.
Ο μεγαλύτερος φόβος σας; Πως ό,τι έχασα δεν το είχα ποτέ.
Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα; Όταν η αλήθεια είναι διπρόσωπη.
Ποιο είναι το μότο σας; «Μεθυσμένα συναισθήματα, νηφάλια κρίση».
Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε; Ξημέρωμα σε μια ακρογιαλιά, καθισμένος στην αμμουδιά και ατενίζοντας τη θάλασσα.
Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει; Το όνομά του.
Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό; Καθολικής επανεξέτασης.
«Βιβλιοδρόμιο», εφ. Τα Νέα, 3.02.07
Απόσπασμα από την ομιλία της συγγραφέως Σοφίας Νικολαΐδου από παλαιότερη παρουσίαση βιβλίου του Δημοσθένη Κούρτοβικ στην Έδεσσα, στην οποία αποπειράται να το περιγράψει ως συγγραφέα.
Πώς λειτουργεί ως συγγραφέας
«Ο τρόπος που διηγείται ο συγγραφέας μια ιστορία είναι το βαθύτερο θέμα της»
Θαμμένοι σε λέξεις
Μου προκαλούσε πάντοτε ανάμεικτα συναισθήματα -θαυμασμού και δυσπιστίας- η εικόνα του συγγραφέα που έχει τα συρτάρια του γραφείου του γεμάτα ντοσιέ με προσχέδια, λεπτομερείς σημειώσεις, αναπτυγμένες περιλήψεις, σκιαγραφήματα χαρακτήρων ή και έτοιμα κεφάλαια για μελλοντικά έργα του. Εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να λειτουργήσω έτσι. Μια-δυο κόλλες χαρτί μουντζουρωμένες με σκόρπιες, βιαστικές, πολύ πρόχειρες σημειώσεις, που κι εγώ δεν ξέρω τι θα μπορούσα να τις κάνω (πολλές φορές δεν καταφέρνω, έπειτα από κάμποσο καιρό, ούτε καν να τις αποκρυπτογραφήσω) - αυτό είναι όλο κι όλο που έχω στο συρτάρι μου εδώ και δύο δεκαετίες. Δεν έχω σχέδια για επόμενα βιβλία, έχω μόνο μια ιδέα κάθε φορά. Αυτή την ιδέα, όμως, τη βασανίζω στο μυαλό μου πολύ και για μεγάλο διάστημα - το λιγότερο δύο χρόνια, σύμφωνα με την ώς τώρα εμπειρία μου. Μόνον όταν έχω βρει τις απαντήσεις που ψάχνω περνάω στη συγγραφή.
Εξετάζω, πρώτα απ' όλα, αν η ιδέα έχει πράγματι «μεδούλι», βάθος, και δεν είναι απλώς μια παρόρμηση της στιγμής. Για μένα, αυτό σημαίνει πάντοτε: αν μπορώ να την αναπτύξω σε μια ωραία ιστορία που σημαίνει περισσότερα απ' όσα λέει. Πιστεύω, ενώ παλιότερα δεν πίστευα, στη σημασία των χαρακτήρων: ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να είναι ελκυστικό χωρίς ελκυστικούς (με αυτό δεν εννοώ απαραίτητα συμπαθητικούς) χαρακτήρες. Δουλεύω, λοιπόν, πολύ στο μυαλό μου τους χαρακτήρες. Έπειτα, προσπαθώ να δω αν μπορώ να διηγηθώ την ιστορία μ' έναν τρόπο καινούριο, τουλάχιστον καινούριο για μένα. Μισώ την αυτοεπανάληψη. Όχι τόσο για λόγους συγγραφικής ηθικής όσο επειδή βαριέμαι θανάσιμα όταν κάνω κάτι που έχω ξανακάνει. Ο τρόπος, βέβαια, που διηγείται ο συγγραφέας μια ιστορία είναι το βαθύτερο, το πραγματικό θέμα της, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι. Αυτό εννοούσα πριν, όταν είπα οτι μια ωραία, δηλαδή μια καλοειπωμένη ιστορία σημαίνει περισσότερα απ' όσα λέει. Δοκιμάζοντας, λοιπόν, το υποσυνείδητό μου (αν μπορώ να εκφραστώ έτσι), προσπαθώ να βρω αφηγηματικές τεχνικές που αισθάνομαι πως προεκτείνουν την αρχική ιδέα μου σε βαθύτερα, εκ πρώτης όψεως άσχετα με αυτήν, κοιτάσματα του είναι μου.
Είμαι ένας διανοούμενος συγγραφέας, αλλά δεν είμαι κολλημένος με τη λογοτεχνία. Πιστεύω πως ο συγγραφέας πρέπει ασφαλώς να έχει συνείδηση της λογοτεχνικής κληρονομιάς, των λογοτεχνικών αναζητήσεων που έχουν προηγηθεί, πρέπει όμως επίσης να διατηρεί την επαφή του με τη ζωή και να αναστοχάζεται τις εμπειρίες του. Η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος, ο πιο γοητευτικός, να μιλάς για τον κόσμο, αλλά δεν είναι ο κόσμος ούτε μπορεί να τον υποκαταστήσει. Επανέρχομαι στο ζήτημα της ωραίας ιστορίας. Μια ωραία ιστορία μπορεί να αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη με την πλοκή της, τους χαρακτήρες της κ.λπ., αλλά, όταν αυτός προσπαθεί εκ των υστέρων να την αναδιηγηθεί, νιώθει πως η ουσία της του διαφεύγει, πως δεν περιορίζεται σ' αυτά τα στοιχεία της. Η αίσθηση του πολυσύνθετου, που αφήνει μια τέτοια ιστορία, είναι για μένα το μέτρο της ωριμότητας του διαλόγου της με τη ζωή, που είναι άναρχη και άπειρη.
Παλιότερα, έγραφα τα κεφάλαια του μυθιστορήματος που με απασχολούσε σκόρπια, ανάκατα, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής, και κατόπιν τα συναρμολογούσα σύμφωνα με το σχέδιό μου. Αυτή τη μέθοδο την έχω εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό. Αν και έχω επηρεαστεί από τον κινηματογράφο, οι επιρροές αυτές έχουν να κάνουν σήμερα μόνο με τη σύλληψη των εικόνων, των σκηνών, όχι με την τεχνική του μοντάζ. Με τη συνεχή γραφή αφήνω περισσότερη ελευθερία στη ροή της αφήγησης (παρόλο που θεωρητικά θα έλεγε κανείς οτι θα έπρεπε να ισχύει το αντίθετο). Κι αυτό επειδή μπορώ να προσθέσω αρμούς που της δίνουν μεγαλύτερη ευελιξία, δηλαδή της επιτρέπουν να κινηθεί απρόβλεπτα, τεθλασμένα και όχι υπακούοντας αυστηρά σ' ένα προαποφασισμένο σχέδιο. Με αυτό δεν εννοώ τόσο την περίφημη αυτονομία που αποκτά μια αφήγηση, κατά την πορεία της, από την αρχική σύλληψη του συγγραφέα. Κυρίως εννοώ ότι μπορώ να διακρίνω σε ποια σημεία η αφήγηση χρειάζεται ένα «τράνταγμα», μια εκτροπή, ώστε να μην παρασυρόμαστε ούτε εγώ ούτε ο αναγνώστης από τις συμβάσεις της πλοκής, του μύθου, που γεννούν πάντοτε προκαθορισμένες και πεπερασμένες προσδοκίες, αλλά να μπορούμε να λύσουμε τα μάγια και να βλέπουμε την ιστορία, καθώς ξετυλίγεται, σε ολοένα καινούρια προοπτική. Η πλοκή παίζει σημαντικό ρόλο στα μυθιστορήματα και στα διηγήματά μου, αλλά δεν είναι αναπαράσταση της πραγματικότητας. Είναι μια μεταφορά, που προσπαθεί να κάνει ενεργό κάτι υπόγειο, περίπλοκο και αβέβαιο.
Δημοσθένης Κούρτοβικ, «Βιβλιοθήκη» Ελευθεροτυπίας, 2.05.08
Μια παλαιότερη, του 2006, συνέντευξη του Δημοσθένη Κούρτοβικ στην Ελένη Ντίνου και το περιοδικό «Νέμεσις» είναι αποκαλυπτική όσον αφορά το χαρακτήρα του δημιουργού
Αν προσπεράσεις την αυστηρότητά του, μπορεί και να συμφωνήσεις μαζί του. Πάντως όχι σε όλα. Ούτως ή άλλως, σε μια εντελώς χύμα εποχή, ο λόγος του κάνει τη διαφορά...Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι απόλυτος, ανατρεπτικός και ενίοτε επικίνδυνα ισοπεδωτικός. Τουλάχιστον όμως είναι αληθινός, δεν βαυκαλίζει και δεν βαυκαλίζεται. Η συνομιλία που είχαμε μαζί του θα σας πείσει για του λόγου το αληθές, είτε ανήκετε στους θαυμαστές της γραφής του είτε όχι.
Τα βιβλία σας θεωρούνται από πολλούς «βαριά», κατάλληλα κυρίως για...κουλτουριάρηδες και ιδιαζόντως ψαγμένους. Φαντάζομαι ότι δεν είναι αλήθεια αυτό...
Κι εγώ που νόμιζα πως τα βιβλία μου είναι προσιτά σε όλους, γιατί και σασπένς έχουν και γρήγορη αφήγηση και για ζητήματα μιλάνε που απασχολούν πολύ κόσμο! Αλλά φυσικά ήμουν αφελής. Τα βιβλία μας είναι ό,τι θεωρούμε εμείς οι συγγραφείς τους. Βέβαια, καθένας διαβάζει τα βιβλία που του αξίζουν. Αν, λοιπόν, τα βιβλία μου θεωρούνται από πολλούς «βαριά» κτλ., γι' αυτούς είναι πράγματι βαριά και καλώς δεν τα διαβάζουν.
Κατά γενική ομολογία οι εκθέσεις βιβλίου που διοργανώνονται κρίνονται επιτυχημένες σε επισκεψιμότητα. Αγοράζουμε άραγε και «καλά» βιβλία;
Οι εκθέσεις βιβλίου στην Ελλάδα είναι ο φυσικός διάδοχος των παλιών εμποροπανηγύρεων. Έχουν ακριβώς την ίδια αισθητική και απευθύνονται στο ίδιο κοινό.
Ποια βιβλία που κυκλοφόρησαν τελευταίως σας ενόχλησαν υπερβολικά από πλευράς περιεχομένου και αισθητικής;
Θα περιμένετε να σας πω ονόματα όπως Κοέλιο ή Ντάν Μπράουν. Αν όμως μ' ενοχλούσαν τα βιβλία τους, αυτό θα σήμαινε ότι τα παίρνω στα σοβαρά, κάτι που δεν κάνουν ούτε οι ίδιοι. Το κακό είναι ότι τα παίρνουν στα σοβαρά οι αναγνώστες τους. Αλλά αυτό δεν μ' ενοχλεί, μου υπενθυμίζει απλώς ότι η ανθρώπινη βλακεία είναι η μόνη διαχρονική υπερδύναμη της Ιστορίας.
Θεωρείστε μάλλον αυστηρός στην κριτική σας σε ό,τι αφορά την εμφάνιση νέων συγγραφέων. Υπάρχει τελικά τόση σκαρταδούρα;
Πριν από μερικά χρόνια μου καταλόγιζαν το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή ήμουν υπερενθουσιώδης με τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς. Πράγμα που αλήθευε ότι σήμερα είμαι πολύ πιο αυστηρός. Βλέπετε, μας έχει προκύψει μία γενιά λογοτεχνικών νεοσσών που, πλην εξαιρέσεων, δεν τους νοιάζει πόσο καλά γράφουν, αλλά πόσο καλά πουλάνε - ό,τι και όπως κι αν γράφουν. Για τα παιδιά αυτά, η πρώιμη αναγνώριση από την κριτική σημαίνει εγγύηση ότι μπορούν στο εξής να γράφουν όσο πρόχειρα θέλουν με τη βεβαιότητα ότι θα πουλήσουν καλά. Ο έπαινος της κριτικής δεν τα ενθαρρύνει να καλλιεργήσουν το ταλέντο τους, αλλά να το εξευτελίζουν.
Ποιες αξίες νιώθετε ότι πρέπει να υπερασπιστείτε σήμερα ως συγγραφέας;
Σ' αυτό απαντούν αναλυτικά κάθε χρόνο οι νομπελίστες συγγραφείς κατά την τελετή απονομής του βραβείου, φορώντας φράκο και παπιγιόν. Εγώ, ως μη νομπελίστας και μη νομπελισθησόμενος, υπερασπίζομαι όπως μπορώ την αλήθεια μου, αυτήν που καταθέτω στα βιβλία ή στα κριτικά δοκίμιά μου και που πιστεύω πώς αφορά πολλούς, αλλά δεν περιμένω να την ασπασθεί κανείς.
Με ποιους νεότερους συγγραφείς θα συνεργαζόσασταν σε μία συλλογή διηγημάτων και ποιο θέμα θα σας ενέπνεε;
Έχω συνεργαστεί σε ανθολογίες επιστημονικής φαντασίας, διηγημάτων τρόμου, διηγημάτων γύρω από την προβληματική του Άλλου, του ξένου. Τέτοια θέματα εμπνέουν συνήθως νεότερους συγγραφείς, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι δεν μ' ενδιαφέρουν κι άλλα. Γενικά αισθάνομαι πιο κοντά, από άποψη θεματικής και τεχνοτροπίας, στους συγγραφείς των επόμενων της δικής μου γενεών παρά των προηγουμένων. Αλλά, αν αντιλαμβάνομαι σωστά τον απώτερο στόχο της ερώτησης, δεν υπάρχουν νεότεροι συγγραφείς με τους οποίους θα μπορούσα να αποτελέσω μια «σχολή» ή μια ομάδα.
Υπάρχουν μάχες που δώσατε στη ζωή σας χωρίς αποτέλεσμα;
Πολλές. Ακόμα και από εκείνες που κέρδισα αρκετές αποδείχτηκαν αργότερα λιγότερα κερδισμένες. Και στη σταδιοδρομία μου και στην ιδιωτική ζωή μου. Η Σιμόν ντέ Μποβουάρ έχει πει ότι αν ζήσεις αρκετά, βλέπεις την κάθε νίκη σου να γυρίζει σε ήττα.
Συμφωνείτε ότι κρύβουμε μέσα μας τον άγγελο και το κτήνος σε παράλληλες τροχιές; Ότι είμαστε πλασμένοι για το καλύτερο, αλλά και για το χειρότερο;
Αυτό είναι κοινός τόπος. Αλλά οι άνθρωποι αντέχουν ευκολότερα τον κτηνώδη εαυτό τους παρά τον αγγελικό.
Υπάρχουν πράγματα που σας φέρνουν εκτός εαυτού;
Προφανώς η αυταρέσκεια των Ελλήνων που δηλώνουν περήφανοι για το ότι είναι Έλληνες, αλλά ασχημονούν καθημερινά εις βάρος της Ελλάδας. Και, επίσης, η υποκρισία πολλών «αριστερών» που, εν αναμονή του σοσιαλισμού, εντρυφούν ασμένως στις αντικοινωνικότερες και χυδαιότερες συνήθειες των νεόπλουτων αστών.
Πώς κρίνετε τη δουλειά που γίνεται από το ΕΚΕΒΙ;
Το ΕΚΕΒΙ έχει εδώ και δυόμισι χρόνια μια ικανότατη κι εξαιρετικά δραστήρια διευθύντρια, την Κατρίν Βελισσάρη. Εγώ όμως έχω μάθει να είμαι δύσπιστος, για να το πω όσο πιο ήπια γίνεται, απέναντι σε κάθε πολιτισμικό θεσμό που ελέγχεται από το ελληνικό κράτος.
Ποιο γεγονός της πολιτικής σκηνής του τόπου σας προκάλεσε δυσάρεστη έκπληξη τελευταία;
Κανένα. Στην Ελλάδα ζούμε.
Aυτοπαρουσιάζοντας το βιβλίο του «Τι ζητούν οι βάρβαροι» στο περιοδικό Index
Αυτό που φοβάσαι πιο πολύ και το απωθείς θα το βρεις κάποια στιγμή μπροστά σου. Γιατί το κουβαλάς μέσα σου, στα κατάβαθα της ψυχής σου. Μια ζωή προσπαθούσα να ξεφορτωθώ τα βαλκανικά ζιζάνια της ρίζας μου και νόμιζα, πιθανόν όπως ολόκληρη η Ελλάδα, πως στο τέλος τα κατάφερα. Ώσπου, ζώντας μέσα από προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις την κατάσταση στα μετα-ψυχροπολεμικά Βαλκάνια, κατάλαβα ότι τα ζιζάνια ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ρίζας, ότι προσπαθούμε όλοι οι Βαλκάνιοι να ξεφύγουμε από ένα ιστορικό "προπατορικό αμάρτημα" που καθορίζει την ταυτότητά μας και τη συμπεριφορά μας. Θέλησα να μιλήσω γι' αυτό μέσα από δύο παράλληλες, αλλά αντίδρομες ιστορίες: μία που διαδραματίζεται την εποχή των βαλκανικών πολέμων και δείχνει πώς οι εχθροί μπορούν να γίνουν φίλοι, και μία εκτυλίσσεται στη σήμερα και δείχνει πώς οι φίλοι μπορούν να γίνουν εχθροί. Η σύγκρουση στη δεύτερη, τη σύγχρονη ιστορία, ξεσπάει επειδή οι φίλοι, παρά τις καλές προθέσεις τους και το πολιτισμένο ευρωπαϊκό προφίλ που θέλουν να έχουν, υποστηρίζουν ο καθένας και μία διαφορετική εκδοχή της πρώτης ιστορίας, σύμφωνη με τις ανομολόγητες εθνικές προδιαθέσεις του. Στην πραγματικότητα, όμως, το μυθιστόρημά μου δεν μιλάει τόσο για τους βαλκανικούς εθνικισμούς όσο για κάτι βαθύτερο: τις αλληλοεπικαλυπτόμενες ταυτότητες σ' αυτή την περιοχή του κόσμου, ή και οπουδήποτε αλλού, οι οποίες γίνονται πηγή άγχους, έντασης και βίας, όταν ανακαλύπτουμε στον άλλο, τον ιστορικό ή ιδεολογικό αντίπαλό μας, σημαντικά συστατικά της δικής μας ταυτότητας. Είναι ένα μυθιστόρημα μίσους και έρωτα, έλξης και τρόμου μπροστά στη σκοτεινή σαγήνη των Βαλκανίων.
«Ο ορισμός της ταυτότητας ενός πολιτισμού είναι η ληξιαρχική πράξη θανάτου του».
Πώς διάβασε το «Τι ζητούν οι βάρβαροι» ένας ομότεχνος: ο συγγραφέας Νίκος Κουνενής παρουσιάζει το βιβλίο
«Εδώ είναι Μπαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε», διαβεβαίωνε μερικές δεκαετίες πριν ο έξοχος, τότε, Διονύσης Σαββόπουλος. Σε ένα σύγχρονο βαλκανικό παιχνίδι με ελάχιστα γέλια και πολλές παρεξηγήσεις αναφέρεται στο πέμπτο του μυθιστόρημα ο γνωστός συγγραφέας και κριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ. Με την υπόθεσή του τοποθετημένη στα Βαλκάνια της εποχής μας, το βιβλίο αποτελεί ένα σχόλιο (καλύτερα: μια δέσμη κάποτε συγκλινόντων και άλλοτε αποκλινόντων σχολίων) πάνω σε αυτά που ενώνουν χωρίζοντας και χωρίζουν ενώνοντας τις ιδιότυπες ταυτότητες των εθνών και λαών της περιοχής. Η Ιστορία, όχι καθεαυτή, αλλά ιδωμένη μέσα από την έντονα χρωματισμένη υποκειμενική πρόσληψη και «μνήμη» του καθενός από τους ήρωες του μυθιστορήματος, διατηρεί φυσικά τον πρώτο λόγο, επιβεβαιώνοντας τη σκωπτική διαβεβαίωση του Τσώρτσιλ ότι τα Βαλκάνια παράγουν περισσότερη Ιστορία απ' ότι μπορούν να καταναλώσουν.
Τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα στη φανταστική Τυρίμμεια, μια μικρή βορειοελλαδίτικη πόλη, άλλοτε πολυεθνική μικρογραφία της εθνολογικής σύνθεσης της βαλκανικής χερσονήσου, στην οποία και θα γίνει η απονομή ενός βαλκανικού λογοτεχνικού βραβείου. Η όλη διοργάνωση σπονσοράρεται από έναν επίσης βορειοελλαδίτη οινοπαραγωγό, ενώ τη διεθνή προβολή της έχει αναλάβει ένα γερμανικό κανάλι δια της διακεκριμένης εκπροσώπου του, ονόματι Ούτα Ράουτενμπεργκ.
Στην πόλη αυτή συγκεντρώνονται λοιπόν κάμποσοι Βαλκάνιοι, φίλοι μεταξύ τους οι περισσότεροι, καθότι ενεργά εμπλεκόμενοι στα λογοτεχνικά δρώμενα των χωρών της περιοχής. Πρόκειται για συγγραφείς και κριτικούς από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Σερβία, την Τουρκία, την Ελλάδα και την ...Ξεροισποιά, οι οποίοι αναλαμβάνουν, από τη θέση του ο καθένας, να φέρουν σε πέρας ένα φιλόδοξο σχέδιο αποπεριθωριοποίησης της βαλκανικής λογοτεχνίας και τοποθέτησής της σε μια διακριτή θέση του ευρωπαϊκού λογοτεχνικού χάρτη.
Αν και οι συμμετέχοντες έχουν προσέλθει στην πόλη με εξαιρετικά καλή και χαλαρή διάθεση - παρά το φιλόδοξο του πράγματος, οι περισσότεροι έχουν μισοδιαβάσει ή δεν έχουν διαβάσει καθόλου τα περισσότερα από τα διαγωνιζόμενα βιβλία - η βαλκανική κακοδαιμονία θα κάνει αισθητή την παρουσία της σε ένα συμπτωματικό γεγονός, που όλοι αντιλαμβάνονται ότι μπορεί να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Ένα πραγματικό ιστορικό συμβάν, ένας «ματωμένος γάμος» που έλαβε χώρα σε ένα μεθοριακό βαλκανικό χωριό στο μεσοδιάστημα μεταξύ των δύο βαλκανικών πολέμων, με συμμετέχοντες έλληνες, βούλγαρους και σέρβους στρατιωτικούς, αποτελεί το κοινό θέμα των μυθιστορημάτων των υποψηφίων που εκπροσωπούν τις τρεις εμπλεκόμενες στο δραματικό αυτό γεγονός χώρες. Στο κάθε ένα από τα βιβλία οι ρόλοι των «καλών» και των «κακών» διαφέρουν, καθώς η ενοχή για το μακελειό βαρύνει πάντα τους άλλους, τους μη ομοεθνείς ενός εκάστου συγγραφέα.
Στο ευφυές αυτό εύρημα του Κούρτοβικ βασίζεται η όλη πλοκή του μυθιστορήματος. Αιχμαλωτισμένοι από τα εθνικά στερεότυπά τους οι εκπρόσωποι των τριών χωρών και μαζί τους όλα σχεδόν τα υπόλοιπα μέλη της κριτικής επιτροπής, ως οιονεί εμπλεκόμενα στη διαχρονική ιστορική και εθνολογική «βαλκανική σαλάτα», θα αφήσουν κατά μέρος τις «αντικειμενικές» αναγνώσεις και θα παθιαστούν υπέρ - ή και κατά - των δεσμεύσεων της επιλεκτικής τους μνήμης. Μιας μνήμης που «δικαιώνεται» κατά περίπτωση μέσα από τις διαφορετικές εστιάσεις του κάθε ενός από τους τρεις συγγραφείς -εκτεταμένα αποσπάσματα των έργων των οποίων παρατίθενται εμβόλιμα στην εξέλιξη της πλοκής - «στρατεύοντας» ή «αποστρατεύοντας» κατά περίπτωση τους παρόντες. Οι τελευταίοι άλλωστε, δεν παύουν να είναι πραγματικοί άνθρωποι του σήμερα, οι οποίοι, πέρα από τις εθνικές τους ταυτότητες, δεσμεύονται και από άλλες προτεραιότητες ή σκοπιμότητες, του έρωτα συμπεριλαμβανομένου. Εν πάση περιπτώσει, και παρά τα όποια «κρατήματα» των συμμετεχόντων, η μπαρουταποθήκη ξανανοίγει εκεί που δεν το περίμενε κανείς, με έντονο το στοιχείο της φαρσικής, κατά Μαρξ, ιστορικής επανάληψης, επί χάρτου αυτή τη φορά. Βαρύ, πολύ βαρύ το σκηνικό για την ευρωπαία Ράουτενμεργκ, που θα εγκαταλείψει την πόλη πριν από την ανακοίνωση των βραβείων, ακόμα πιο βαρύ για τον οινοπαραγωγό σπόνσορα, που θα πράξει το ίδιο για λόγους σαφώς πιο πεζούς.
Αβάσταχτα διαφορετικοί και ταυτόχρονα εντυπωσιακά όμοιοι οι εκπρόσωποι της κριτικής επιτροπής θα αποποιηθούν τελικά το πικρό ποτήρι μιας επιλογής που θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου. Αντί να διαλέξουν μεταξύ των τριών μυθιστορημάτων -που, παρεμπιπτόντως, κρίνονται αξιόλογα από λογοτεχνικής απόψεως- θα βραβεύσουν το ελαφρύ και ανώδυνο μυθιστόρημα του τούρκου διαγωνιζόμενου. Μέσα από αυτό το βολικό συμβιβασμό η τάξη θα αποκατασταθεί προσωρινά, μέχρι την επόμενη διασάλευσή της, κάπου αλλού κι αλλιώτικα.
Το βιβλίο του Κούρτοβικ είναι ένα γοητευτικό, εξαιρετικά σύνθετο μυθιστόρημα, βρίθον εκγιβωτισμών και λοιπών μοντερνιστικών τεχνικών, που έχουν δουλευτεί με τον ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο του συγγραφέα, διακριτό και στα προηγούμενα έργα του (κυρίως στο προτελευταίο μυθιστόρημά του, τη «Νοσταλγία των δράκων»). Γνώστης της Ιστορίας των Βαλκανίων και της ιδιαιτερότητας των ψυχοσυνθέσεων - ενίοτε δε και ψυχώσεων- των λαών της περιοχής, ο συγγραφέας καταφέρνει να καταπιαστεί αποτελεσματικά και με ελκυστικό τρόπο με το βαλκανικό πρόβλημα και τις επιβιώσεις του στη σκέψη και τη συνείδηση των λαών της περιοχής. Και το πράττει καταφέρνοντας αφενός να αποφύγει να υποδυθεί τον ρόλο του ιστορικού, και αφετέρου να μην υπερβεί τα όρια ή να καταχραστεί τις προνομιακές δυνατότητες που εγγενώς χαρακτηρίζουν τις λογοτεχνικές προσεγγίσεις της ιστορικής πραγματικότητας και των όποιων υποκειμενικών επιβιώσεών τους. Πετυχαίνει έτσι να οικειώσει το κοινό με την πολυπλοκότητα του σχετικού με τις βαλκανικές διενέξεις και ταυτότητες προβληματισμού, συμβάλλοντας με τον δικό του τρόπο στην ετερογνωσία - και μέσω αυτής την αυτογνωσία- του μη προκατειλημμένου αναγνώστη.
Συζήτηση με την Μάνια Στάικου με αφορμή το τελευταίο βιβλίο
• Όταν ξεκινάς να γράφεις, ένα μόνο πράγμα πρέπει να φοβάσαι: τον εαυτό σου. Εάν σε φοβίζουν το κοινό, οι εξουσίες, τα κόμματα, τότε καλύτερα να μην πιάσεις πένα στα χέρια σου.
• Τα στερεότυπα έχουν πάντα έναν κόκκο αλήθειας. Αν ήταν τελείως κατασκευασμένα θα μπορούσες να τα ανατρέψεις, αλλά το γεγονός ότι πατάνε σε κάποιες πλευρές της αλήθειας για να υπερτονίζουν ορισμένα χαρακτηριστικά τα κάνει επικίνδυνα. Λόγου χάρη, το στερεότυπο που θέλει τον Βούλγαρο Πρώσο των Βαλκανίων εμπεριέχει μια δόση αλήθειας. Πράγματι, οι Βούλγαροι είναι πολύ πειθαρχημένοι, εργατικοί και σκληροτράχηλοι - είχαν τον καλύτερο στρατό στα Βαλκάνια. Πέρα όμως από τον θαυμασμό που μπορεί να προκαλέσει μια οργανωμένη κοινωνία όπως αυτή, δημιουργούνται και αρνητικά σύνδρομα. Έτσι, προκύπτουν παραδοσιακές φράσεις, όπως «βουλγαρικό κεφάλι», που σημαίνει κεφάλι αγύριστο, χωρίς μεγάλη ευελιξία στον τρόπο σκέψης.
• Η αίσθηση της εθνικής ταυτότητας διαμορφώθηκε σε μερικά ευρωπαϊκά έθνη πριν από τον 18ο αιώνα και σε κάποια άλλα λίγο αργότερα. Στα Βαλκάνια και συγκεκριμένα στην περιοχή της Μακεδονίας, το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας τέθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι άνθρωποι της περιοχής αυτοπροσδιορίζονταν ως τότε με βάση δύο κυρίως στοιχεία: τη θρησκεία και τον τόπο. Έλεγαν ότι είμαστε Μακεδόνες ορθόδοξοι ή Μακεδόνες μουσουλμάνοι ή Εβραίοι. Μετά ήρθαν οι εθνικοί ανταγωνισμοί και κάθε μια από τις γειτονικές χώρες, η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σερβία, διεκδίκησαν τη Μακεδονία για λογαριασμό τους, χρησιμοποιώντας διάφορα επιχειρήματα. Για τους Έλληνες προείχε το ιστορικό παρελθόν, ότι δηλαδή επρόκειτο για τα εδάφη της αρχαίας Μακεδονίας, που ήταν ελληνική σύμφωνα με μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων. Για τους Βούλγαρους προείχε το στοιχείο της γλώσσας, γιατί όντως η σλαβομακεδονική μπορεί να θεωρηθεί βουλγάρικη διάλεκτος. Για τους Σέρβους υπήρχε ένα συνδυασμός Ιστορίας και γλώσσας: επικαλούνταν την παλιά αυτοκρατορία του Στέφανου Δουσάν, του Σέρβου ηγεμόνα του 14ου αιώνα, του οποίου η επικράτεια έφτανε μέχρι κάτω στην Κόρινθο. Όσον αφορά τη γλώσσα, υποστήριζαν ότι είχε άμεση σχέση με τη νότια σερβική διάλεκτο. Δε βγάζεις άκρη με τέτοιου είδους επιχειρήματα, γιατί μπορείς να επινοήσεις κι άλλα τόσα για να υποστηρίξεις σχεδόν οτιδήποτε. Οι κάτοικοι της περιοχής το γνώριζαν καλά αυτό, το αισθάνονταν. Κι η προπαγάνδα δεν κινούνταν μόνο με βάση τα επιχειρήματα που προείπαμε, αλλά χρησιμοποιούσε και πιο πρακτικά μέσα, όπως τον φόβο της ένοπλης παρουσίας ή το χρήμα. Υπήρχαν άνθρωποι που ένιωθαν ότι τα οικονομικά συμφέροντά τους τούς τοποθετούσαν στη μια ή στην άλλη πλευρά. Έτσι μπορούσαν στην ίδια οικογένεια, ο ένας αδελφός να δηλώνει Βούλγαρος, ο άλλος Έλληνας και ο τρίτος Μακεδόνας, φαινόμενο που θίγω στο βιβλίο.
• Είχαμε δύο ευκαιρίες να λύσουμε δίκαια το Μακεδονικό, το 1992 και το 1993, τις οποίες απορρίψαμε βλακωδώς. Διότι η πρόταση για την ονομασία Νέα Μακεδονία, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν μια δίκαιη λύση. Όντως τα Σκόπια είναι μέρος της Μακεδονίας και, εφόσον θέλουν να έχουν μια μακεδονική ταυτότητα, θα μπορούσαν να ονομάζονται Νέα Μακεδονία ώστε να γίνεται η διάκριση από την αρχαία. Βέβαια, από τότε έχουν περάσει χρόνια κι έχει μεγαλώσει μια γενιά Σκοπιανών με το ιδεολόγημα της καταγωγής από τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, που δεν στέκει με τίποτα. Σήμερα παρατηρούμε ένα φαινόμενο καθυστερημένης εθνογένεσης. Η χώρα αυτή τώρα αρχίζει να σχηματίζει την εθνική της συνείδηση και τα επιχειρήματά τους μας φαίνονται αστεία -γιατί βρισκόμαστε ένα μεταγενέστερο στάδιο της εθνικής μας πορείας. Εκείνοι ψάχνουν ακόμη εναγωνίως σύμβολα και ιστορικά κειμήλια. Βεβαίως και με ενοχλεί όταν βλέπω ανθρώπους από αυτή την περιοχή και μάλιστα μορφωμένους να διεκδικούν κάτι που δεν τους ανήκει, την ιστορία δηλαδή της αρχαίας Μακεδονίας. Και πιο πολύ με ενοχλεί ο αλυτρωτισμός τους. Πίσω από την εμμονή με το όνομα υπάρχει μια επίβουλη σκέψη ότι η ελληνική όπως και η βουλγαρική Μακεδονία πρέπει να ενωθούν με το δικό τους κρατίδιο. Ωστόσο, θεωρώ ότι αυτή η χώρα - τώρα και στο μέλλον- είναι ακίνδυνη για εμάς.
• Όμως, με ενοχλούν εξίσου οι υστερικές κραυγές της δικής μας πλευράς, διότι θα έπρεπε να βρισκόμαστε σε ένα στάδιο προχωρημένης ωριμότητας. Είμαστε πιο ισχυροί στην περιοχή και η εθνική μας συνείδηση είναι πλέον διαμορφωμένη και κατοχυρωμένη. Όταν αντιδρούμε με πανικό και τέτοια φοβικά αντανακλαστικά, σημαίνει ότι βαθιά μέσα μας δεν είμαστε και τόσο σίγουροι για την εθνική μας ταυτότητα.
• Η παγκοσμιοποίηση δεν ισοπεδώνει τους πολιτισμούς, αλλά τονίζει τις φολκλορικές διαφορές τους, γιατί με αυτόν τον τρόπο μπορεί να πουλήσει την εικόνα τους καλύτερα. Διακρίνεται ένας καταμερισμός εργασίας, σύμφωνα με τον οποίο το κυρίως πιάτο, δηλαδή η υψηλή κουλτούρα, η φιλοσοφία, η επιστήμη και η έρευνα, είναι αποκλειστικά δουλειά της ανεπτυγμένης Δύσης. Αντίθετα, ο ρόλος των περιφερειακών πολιτισμών, στους οποίους ανήκει η Ελλάδα και οι υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, είναι να φροντίζουν για το ψυχαγωγικό, τουριστικό επιδόρπιο.
• Το πόση απήχηση έχει το συγκεκριμένο μοντέλο μάς το αποδεικνύει και το πρόσφατο παράδειγμα του συλλαλητηρίου του ΛΑΟΣ στη Θεσσαλονίκη, όταν είδαμε ανθρώπους ντυμένους με «μακεδονικές» στολές που τις είχαν πάρει από τα καταστήματα τουριστικών ειδών. Οι αρχαίοι Μακεδόνες, όμως, δεν είχαν σχέση με αυτή την αμφίεση. Οι οπαδοί του ΛΑΟΣ φορούσαν στολές αρχαίων Κορινθίων και Αθηναίων στην κιτς μορφή τους, που μπορεί να βρει κανείς εύκολα στην Πλάκα και το Μοναστηράκι. Έχουμε αρχίσει δηλαδή να βλέπουμε τον εαυτό μας και το ιστορικό μας παρελθόν με τους όρους που υπαγορεύουν οι τουρίστες, γιατί έτσι «πουλάμε». Αυτό ήθελα να υποδηλώσω μέσα από την παρουσία της Ράουτενμπεργκ και τον προβληματισμό που αναπτύσσεται ανάμεσα στον Χρυσικό και τον Στογιάνοφ για την πολιτισμική παράδοση των Βαλκανίων. Ο Χρυσικός συνειδητοποιεί ότι το θέμα δεν είναι η υπέρβαση των ιστορικών παθών, αλλά το ποιος διαχειρίζεται καλύτερα - σύμφωνα με τους όρους της Δύσης- τη βαλκανική κληρονομιά. Τη συγκεκριμένη αντίληψη σηματοδοτούν και τα τρία μυθιστορήματα, που είναι τρεις διαφορετικές προτάσεις διαχείρισης. Το πρώτο - το ελληνικό- είναι αποστασιοποιημένο, με την καθαρεύουσα να προβάλλει την Ιστορία ως κάτι μακρινό. Το βουλγαρικό μυθιστόρημα ποντάρει περισσότερο στο στοιχείο της τοπικότητας, χρησιμοποιώντας παλιές λέξεις, ξεχασμένα έθιμα και βουκολική σκηνογραφία.
• Επιχειρηματικός στόχος του Άρη Ξινού είναι η διείσδυση στα Βαλκάνια, επομένως οι εθνικισμοί και οι πολιτικές εντάσεις δεν τον συμφέρουν. Η σκηνή στο βιβλίο μου με τις διαμαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής δείχνει δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές της βαλκανικής συμφιλίωσης: η μια εκδοχή προβάλλεται από τους συντελεστές της παράστασης με το τραγούδι του Νεκρού Αδελφού που συναντάται σε όλες τις βαλκανικές γλώσσες. Η δεύτερη εκδοχή είναι το οικονομικό συμφέρον του Ξινού, δηλαδή η επικείμενη μεταφορά της οινοποιίας του στη Βουλγαρία, επειδή εκεί οι μισθοί είναι χαμηλότεροι. Είναι κι αυτή μια πλευρά της περίφημης συνεργασίας και του ανοίγματος των συνόρων, που για πολλούς ανθρώπους δεν είναι διόλου ελκυστική. Συχνά κάνουμε πως δεν βλέπουμε ότι οι εξάρσεις του εθνικισμού έχουν ισχυρή οικονομική βάση.
• Ως μυθιστοριογράφος, είμαι υποχρεωμένος να παρατηρώ τις αντιφάσεις της πραγματικότητας. Θεωρητικά και ιδεολογικά είμαι υπέρμαχος των μεικτών ταυτοτήτων, στην πράξη όμως βλέπω ότι αυτό το πράγμα δεν λειτουργεί. Στις μετανεοτερικές κοινωνίες της Δύσης, παρατηρούμε ότι η αφομοίωση ανθρώπων από άλλους πολιτισμούς έχει τα όριά της. Μάλιστα, την τελευταία δεκαετία έχει προκύψει μια τάση απόρριψης του πολιτισμικού μοσχεύματος. Παιδιά δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών όχι μόνο δεν είναι αφομοιωμένα στη νέα τους πατρίδα, αλλά νοσταλγούν την πατρίδα που δεν γνώρισαν ποτέ. Αναζητούν κάτι πρωτογενές, ανόθευτο, τους ενοχλεί και τους φοβίζει η πολύχρωμη, σύνθετη πολυπολιτισμικότητα.
Συνέντευξη του συγγραφέα με θέμα το «Τι ζητούν οι βάρβαροι» στο περιοδικό Πλατεία
Ποιο ήταν το ζητούμενο για σάς κατά τη συγγραφή του «Τι ζητούν οι βάρβαροι»; Να φωτίσετε τα γεγονότα ή να θέσετε ερωτήματα γύρω από τη χρήση της Ιστορίας, σε μια μεταβατική περίοδο, όπως αυτή που διανύουμε;
Δεν είμαι ιστορικός και ο σκοπός μου δεν ήταν να φωτίσω τα γεγονότα, με την έννοια του τι συνέβη πραγματικά. Επίσης, η χρήση της Ιστορίας σύμφωνα με τις ευαισθησίες και τις συναισθηματικές ανάγκες κάθε έθνους είναι ένα από τα μοτίβα του μυθιστορήματός μου, όχι όμως το μόνο ούτε το κύριο. Άλλωστε, οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος είναι καλοπροαίρετοι και πιστεύουν ειλικρινά πως έχουν ξεπεράσει τα εθνικιστικά πάθη και τις προκαταλήψεις. Στην πορεία, βέβαια, διαπιστώνουμε ότι είναι δέσμιοι της προσωπικής ιστορίας τους, που είναι σε μεγάλο βαθμό η νεότερη ιστορία των χωρών τους και η σύγχρονη θέση των Βαλκανίων στον κόσμο. Θα έλεγα ότι το βαθύτερο μοτίβο του βιβλίου είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που νομίζουμε πως είμαστε και σε αυτό που πραγματικά είμαστε και που περιλαμβάνει πολλά στοιχεία που απορρίπτουμε ως ξένα.
Οι διαφορές της Ελλάδας με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, δηλαδή το Σκοπιανό, κυριαρχεί ανάμεσα στα αποκαλούμενα εθνικά θέματα και αυτό κάνει το βιβλίο σας ακόμη πιο επίκαιρο. Είναι αναπόφευκτο λοιπόν το ερώτημα: πώς κρίνετε τις εξελίξεις στο θέμα αυτό;
Εμείς οι Έλληνες διαμορφώσαμε την εθνική μας συνείδηση τουλάχιστον έναν αιώνα πριν από τους Σλαβομακεδόνες. Η πορεία του «Σκοπιανού», όπως το αποκαλείτε, τα τελευταία 17 χρόνια αναδεικνύει αυτή τη διαφορά ιστορικής φάσης: ενώ εμείς περάσαμε από τον εθνικιστικό παροξυσμό σε μια σχετικά λογική και ρεαλιστική στάση, οι γείτονές μας ακολούθησαν την ακριβώς αντίθεση διαδρομή. Γιατί στο μεταξύ έχουν έρθει εκεί στα πράγματα γενιές που δεν γαλουχήθηκαν με το πνεύμα μιας οικουμενικής, ανεκτικής στον πολυεθνοτισμό ιδεολογίας, όπως ήταν ο γιουγκοσλαβικός κομμουνισμός (και, αρχικά, η ιδεολογία της Ελληνικής Επανάστασης). Είναι γενιές που χρειάζονται επιτακτικά μύθους για να παγιώσουν τη λίγο πολύ ρευστή, επισφαλή ακόμα εθνική τους ταυτότητα. Όσο πιο ανασφαλείς αισθάνονται, τόσο πιο εξωφρενικούς μύθους θα καλλιεργούν και τόσο φανατικότερα θα αγκιστρώνονται σε αυτούς.
Οι ευρωπαίοι θεωρούν τους Βαλκάνιους εκνευριστικούς, όπως η δημοσιογράφος του «ΑRTE» στο βιβλίο σας, ίσως ακόμη και...βάρβαρους. Το ίδιο άκουσα έκπληκτη πρόσφατα να δηλώνει ένα γκρουπ Ελλήνων που επέστρεψαν από μία εκδρομή στη Βουλγαρία, για τους γείτονες. Βάρβαροι είναι ή ακατέργαστοι; Και εμείς οι Έλληνες πόσο πολιτισμένοι είμαστε;
Οι βαλκανικοί λαοί χωρίζονται από βαθιές ιστορικές αντιπαλότητες, αλλά σκέφτονται και αισθάνονται με πολύ παρόμοιο τρόπο, γιατί μοιράζονται το ίδιο πολιτισμικό υπόστρωμα. Γι' αυτό βλέπουν ο ένας στον άλλο το είδωλο της δικής τους «βαρβαρότητας». Μόνο που αυτό το είδωλο εμφανίζεται σαν κάτι ξένο προς τους ίδιους, άρα μπορούν ευκολότερα να το απορρίψουν. Πριν από μερικά χρόνια, στη Βουλγαρία, παρακολούθησα τη συζήτηση δύο συμπαθέστατων κατά τα άλλα Βουλγάρων, που υποστήριζαν ότι οι σημαντικότερες εφευρέσεις του εικοστού αιώνα έγιναν από Βουλγάρους και ότι οι Βούλγαροι θα κυριαρχούσαν στον κόσμο, αν τους άφηναν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Μου ήρθε να βάλω τα γέλια, ξαφνικά όμως θυμήθηκα ότι τα ίδια ακριβώς λέμε κι εμείς.
Τελικά τι ζητούν οι βάρβαροι; Να εκπολιτιστούν; Να ακουστούν; Να μην ξεχάσουν οι μελλοντικές γενιές; Ή να επιβιώσουν;
Βάρβαροι στο βιβλίο μου δεν είναι μόνον «οι άλλοι», οι ξένοι και απειλητικοί γείτονες, αλλά και το μέρος του εαυτού μας που έχουμε κοινό με αυτούς τους άλλους. Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο Χρυσικός, συμφιλιώνεται σταδιακά με αυτό το κομμάτι, αλλά με τρόπο που αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν πρόκειται για ένα καινούργιο, ευοίωνο ξεκίνημα ή για παραίτηση. Οι «βάρβαροι» αντιπροσωπεύουν μια βαθύτερη και αμφίσημη αλήθεια, που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ή να σπρώξουμε κάτω από το χαλί του «εκπολιτισμού». Μερικά στοιχεία της «βαλκανικής βαρβαρότητας» είναι άλλωστε γοητευτικά και θα ευχόμουν να μη χαθούν, σαν τίμημα για τον εξευρωπαϊσμό.
Πόσο σημαντική είναι η δημιουργία και η διατήρηση της εθνικής συνείδησης;
Το ζήτημα της εθνικής συνείδησης δεν πρέπει να συγχέεται με το ζήτημα της συλλογικής συνείδησης. Το αίσθημα του «ανήκειν» σε μια κοινότητα με διακριτά χαρακτηριστικά είναι βασική ανθρώπινη ανάγκη. Η κύρια μορφή που πήρε αυτή η ανάγκη στους νεότερους χρόνους είναι η εθνική συνείδηση, με την έννοια της πίστης σε μια κοινή και πολύ παλιά καταγωγή. Κάποτε, στο μέλλον, μπορεί αυτή η μορφή να αντικατασταθεί από μια άλλη. Στη σημερινή ιστορική συγκυρία, πάντως, η εθνική συνείδηση μπορεί να λειτουργήσει θετικά ως αντίρροπη δύναμη στον ισοπεδωτισμό της παγκοσμιοποίησης, με την προϋπόθεση όμως οτι θα είναι απαλλαγμένη από φυλετικά ιδεολογήματα και θα δίνει έμφαση σε εντόπιες πολιτισμικές αξίες με οικουμενική εμβέλεια.
Νομίζετε ότι τα όρια ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα οφείλουν να μην είναι πάντα διακριτά σε ένα μυθιστόρημα;
Δεν υπάρχουν κανόνες και «πρέπει» γι' αυτό. Μερικά μυθιστορήματα, στα οποία θα συγκατέλεγα τα δύο τελευταία δικά μου, αναμιγνύουν πραγματικά και φανταστικά δεδομένα, «θολώνοντας» τα πράγματα για να φωτίσουν καλύτερα. Θέλω να πω ότι με αυτό το παιχνίδι ο συγγραφέας προσπαθεί να αναδείξει κάποιες αθέατες πλευρές της πραγματικότητας, αυτό που θα μπορούσε να έχει συμβεί και που είναι, από μερικές απόψεις, πιο αποκαλυπτικό από αυτό που πράγματι έχει συμβεί.
Μερικές αλήθειες λένε, είναι δύσκολο να τις αντέξεις. Πόση αλήθεια αντέχουμε τελικά;
Τις έσχατες αλήθειες δεν μπορούμε να τις αντέξουμε παρά μόνο συγκαλυμμένες, μεταμφιεσμένες. Αυτό μας λέει, κατά μία ερμηνεία, ο μύθος του Περσέα και της Μέδουσας. Ο Περσέας κατόρθωσε να κόψει το κεφάλι της φοβερής Μέδουσας, που μαρμάρωνε τους ανθρώπους στο αντίκρισμά της, κοιτάζοντάς τη μέσα σ' έναν καθρέφτη. Η λογοτεχνία μάς παρουσιάζει την αλήθεια μέσα από τέτοια είδωλα, μέσα από γοητευτικούς μύθους, που την κάνουν πιο υποφερτή.
Το πάθος δίνει νόημα στην ανθρώπινη ζωή ή η συνύπαρξη;
Αναμφισβήτητα το πάθος - για έναν ανώτερο σκοπό ή για την ολοκλήρωσή μας μέσα από την ουσιώδη, μύχια σχέση μας με τους άλλους. Η συνύπαρξη είναι μια ουδέτερη έννοια, σημαίνει ανοχή, που μπορεί και να οφείλεται στην αδιαφορία ή το συμφέρον.
Θεωρείτε ότι είναι δυνατόν τα έργα της λογοτεχνίας να καταξιώνονται μέσα από την τηλεόραση όπως πέρσι το «10» ή τα «Ματωμένα χώματα» στη φετινή τηλεοπτική περίοδο;
Δεν γνωρίζω κανένα λογοτεχνικό έργο που να καταξιώθηκε μέσα από την τηλεόραση. Γνωρίζω, απλώς, μερικά που καταναλώθηκαν περισσότερο.
Εκτός από συγγραφέας είστε και κριτικός λογοτεχνίας και έχω την αίσθηση ότι η κριτική αντιμετώπισε το συγκεκριμένο βιβλίο ανάλογα με τις αντιπάθειες και τις συμπάθειες που υπάρχουν ανάμεσα σε συναδέλφους. Σας πίκρανε αυτό;
Έχω υπόψη μου γύρω στις τριάντα κριτικές, έντυπες και ηλεκτρονικές, για το «Τι ζητούν οι βάρβαροι». Όλες είναι από εγκωμιαστικές έως ενθουσιώδεις, εκτός από δύο. Φυσικά, το πλήθος των εγκωμίων δεν κάνει ένα βιβλίο καλό, ούτε μια μειοψηφική άποψη είναι απαραίτητα λανθασμένη. Αλλά αυτές οι δύο αρνητικές κριτικές (που στην πραγματικότητα ήταν μία σε δύο αντίγραφα) ήταν προαποφασισμένες και η εμπάθεια τύφλωσε τους συγκεκριμένους δύο κριτικούς σε βαθμό που ούτε καν έβλεπαν αυτό που έκριναν. Έχω στοιχεία που το αποδεικνύουν και μερικά από αυτά τα έχω ήδη δημοσιοποιήσει. Δεν τίθεται, επομένως, θέμα πικρίας μου, τίθεται θέμα δεοντολογίας και εντιμότητας των κριτικών.
Ποιο βιβλίο θα λέγατε οτι διαβάσατε λαίμαργα όχι ίσως με την ιδιότητα του κριτικού, αλλά ως απλός αναγνώστης τελευταία;
Το «λαίμαργα» θα ήταν υπερβολή. Ίσως ο επαγγελματίας κριτικός χάνει τον καιρό του , και ως ένα βαθμό, τη χαρά της ανάγνωσης μέσα από στο πλήθος των υποχρεωτικών διαβασμάτων του. Πάντως «Το Ευχαριστημένο» της Μαρίνας Καραγάτση ήταν ένα βιβλίο που διάβασα με μεγάλη ευχαρίστηση.
Θα επιστρέψετε σύντομα στη συγγραφή; Ετοιμάζετε κάτι άλλο;
Δεν ανήκω στους συγγραφείς που γράφουν ένα βιβλίο έχοντας ήδη στα σκαριά το επόμενο ή και το μεθεπόμενο. Αρχίζω κάτι καινούργιο μόνον όταν, και αν, αισθάνομαι πως μπορώ να πάω πιο πέρα από εκεί που έφτασα την προηγούμενη φορά. Ως τότε, μπορώ να περιμένω, σκαλίζοντας στο μυαλό μου διάφορες ιδέες.
Και μια τελευταία ερώτηση που κάνω συνήθως...Τι γίνονται οι ήρωες ενός βιβλίου όταν τελειώνει;
Ο Μπαλζάκ, στο νεκροκρέβατό του, καλούσε σε βοήθεια κάποιον γιατρό Μπιανσόν, που ήταν άγνωστος στην ιατρική κοινότητα, γιατί απλούστατα δεν υπήρχε, ήταν χαρακτήρας ενός μπαλζακικού μυθιστορήματος. Οι συγγραφείς συνομιλούν με τους ήρωές τους μια ολόκληρη ζωή, γιατί τους κουβαλούν μέσα τους, δεν τους βλέπουν σαν φανταστικά πρόσωπα, αλλά σαν πλευρές ή δυνατότητες του εαυτού τους. Οι πιο δυνατές μυθιστορηματικές φιγούρες μένουν ζωντανές και στη μνήμη των αναγνωστών, σαν πρότυπα. Όχι βέβαια ως πρότυπα συμπεριφοράς, αλλά πρότυπα για την κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής και της ανθρώπινης κατάστασης.
Ενδεικτικά μόνο αποσπάσματα από τις κριτικές που έλαβε το βιβλίο
Το μυθιστόρημα «Τι ζητούν οι βάρβαροι» ήταν ένα απ' τα πιο πολυσυζητημένα μυθιστορήματα του 2008 με αναφορές στο σύνολο του Τύπου, από ομότεχνους και δημοσιογράφους. Η συζήτηση γύρω απ' το βιβλίο δεν περιορίστηκε στον «κλειστό χώρο» των επαγγελματιών, αντιθέτως μάλιστα, σχολιάστηκε ευρύτατα και από τους αναγνώστες σε πλήθος μπλογκ και ιστοσελίδων.
[...] Ο Κούρτοβικ πραγματεύεται εδώ ένα ζήτημα ακανθώδες: το αποτέλεσμα των εθνογενετικών διαδικασιών στο γενικότερο βορειοελλαδικό και νοτιοβαλκανικό χώρο. Στην ουσία όμως το πραγματικό του θέμα είναι η διαχείριση της ιστορικής μνήμης στη σύγχρονη πολιτική, διεθνοπολιτική και πολιτισμική συνθήκη και ο τρόπος με τον οποίο οι διάφορες εκβλαστήσεις της μνήμης αυτής διαμορφώνουν όχι μόνο τις σχέσεις μας με τους όμορους λαούς αλλά, ανάλογα με το μέγεθός τους, και αυτή την ίδια την εθνική μας ταυτότητα. Έτι περαιτέρω: πού τελειώνει ο μύθος και πού αρχίζει η ιστορία (και αντιστρόφως) στη διαμόρφωση της εθνικής μας συνείδησης; Είναι αυτές οι δύο εθνικές αφηγήσεις ισότιμες ή θα προκρίνουμε τη μία εις βάρος της άλλης; Από την απάντηση που θα δοθεί θα κριθεί εν πολλοίς και το είδος της κοινωνίας που θέλουμε να συστήσουμε. [...]
Το 2008 είναι μια από τις καλύτερες χρονιές για τον Δημοσθένη Κούρτοβικ. Το μυθιστόρημά του «Τι ζητούν οι βάρβαροι» που κυκλοφορεί από την άνοιξη έχει προκαλέσει ενθουσιασμό αλλά και πολεμική, πράγμα που σημαίνει ότι ο συγγραφέας σκόπευσε διάνα. Για τους λίγους που δεν έχουν μπει στη συζήτηση, περιληπτικά αναφέρουμε ότι ο γνωστός κριτικός και συγγραφέας τολμά με αυτό το μυθιστόρημα να πατήσει εκεί που η γη τρέμει. Πάνω στην τεκτονική πλάκα της Βαλκανικής μια παρέα παλιόφιλων θα πέσουν και θα ανασηκωθούν από τους κραδασμούς των εθνικών τους φαντασιώσεων. Βασικά μοτίβα της αφήγησης είναι ένας ματωμένος γάμος, μια Βαλκάνια φαμ φατάλ και οι όποιες απόψεις τρέφει ο καθένας μας για την εθνική του ταυτότητα.
[...] Στο μυθιστόρημα αυτό, τα Βαλκάνια μοιάζουν σαν ένας τόπος ακρωτηριασμένης μαγείας, όπου εμφιλοχωρεί παντού το παράδοξο και ο φετιχισμός, ένα εκρηκτικό μείγμα, εγκλωβισμένο στη βαρβαρότητά του αλλά και στη λυτρωτική αταξία του σε σχέση με την ευρωπαϊκή νοοτροπία. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των συγγραφέων για το βραβείο μοιάζει με το χρονικό ενός υπόγειου και ακατάπαυστου πολέμου, μέσα από καταπληκτικές περιγραφές, ευφάνταστες «μάχες», παράλληλες ιστορικές αντιπαραθέσεις και τη λυτρωτική απειθαρχία, αυτή που κάνει εν τέλει τους ανθρώπους περισσότερο ανθρώπινους. Έχουμε να κάνουμε με ένα ξεχωριστό μυθιστόρημα, που έθεσε μεγάλες και περίπλοκες δυσκολίες στη συνταγή της σύνθεσής του και δεν έμεινε καθόλου στις καλές προθέσεις, αλλά πέρασε το όριο εκείνο της δημιουργίας όπου όλα ευτυχούν στην πράξη.
Τουλάχιστον να θυμόμαστε οτι το μυθιστόρημα έχει ακόμη τη δυνατότητα να πιάνει μεγάλα θέματα και να τα διαχειρίζεται με τον εντελώς δικό του, ιδιοσυγκρασιακό τρόπο. Όπου αποδεικνύεται ότι στην ιστορία των Βαλκανίων όλοι είναι ένοχοι και όλοι είναι αθώοι και το θέμα είναι πώς μοιράζονται οι ποσοστώσεις μιας ιστορικής ηθικής που καλό είναι να μην ξεχνάμε.
[...] Το μυθιστόρημα, το οποίο έχει τα προτερήματα της λιτής και χωρίς τερτίπια χρήσης της γλώσσας και της ρέουσας αφήγησης, εμπεριέχει έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα αναστοχασμό και μια κριτική ματιά απέναντι στις εγχώριες, κυρίαρχες εκδοχές της Ιστορίας.
[...] Όσον αφορά τον τίτλο του ανά χείρας βιβλίου βλέπουμε πως λείπει το αναμενόμενο ερωτηματικό με συνέπεια η φράση να μην δηλώνει άγνοια, αλλά αντιθέτως γνώση σχετικά με τα αιτήματα των βαρβάρων. Ανάλογα με το σε ποιους θα αποδώσουμε τον χαρακτηρισμό «βάρβαροι» μπορούμε να εννοήσουμε και το «τι ζητούν». Οι πλέον άξιοι δικαιούχοι της «ευφήμου» μνείας είναι οι Βαλκάνιοι που εμπλέκονται στον λογοτεχνικό διαγωνισμό είτε ως κριτές είτε ως κρινόμενοι ή, γιατί όχι, και ως μυθοπλαστικό υλικό. Σε αυτή την περίπτωση τα εικαζόμενα αιτήματά τους θα ήταν πολυδιασπασμένα στις ατομικές και εθνικές απαντοχές του κάθε συμμετέχοντος. Επειδή όμως, σύμφωνα με όσα έχουν σημειωθεί παραπάνω, οι Βαλκάνιοι πρωταγωνιστές δεν είναι εκείνοι που ζητούν, αλλά εκείνοι που συμμορφώνονται, «βάρβαροι» δεν είναι παρά πάντες μη Βαλκάνιοι και ειδικότερα οι ραφινάτοι Ευρωπαίοι που ζητούν βαρβαρική γραφικότητα. Η προκλητική ειρωνεία του Κούρτοβικ δεν θα αρκούνταν ποτέ σε αυτονόητες συσχετίσεις. [...]
Είναι καταπληκτική η ικανότητα του Κούρτοβικ, σπάνια στους σύγχρονους πεζογράφους, να έχει κάθε στιγμή υπό τον απόλυτο έλεγχό του την ιστορία, όπως αξιοθαύμαστος είναι και ο μεθοδικός υπολογισμός των επιμέρους διακλαδώσεών της κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καταυγάζουν την προεξάρχουσα προβληματική. [...] Όλες οι σελίδες του παρόντος μυθιστορήματος, ακόμα και αυτές που διαπερνιούνται από τη σκληρή, διάτορη ειρωνεία του Κούρτοβικ, ασπαίρουν από την αφόρητη, τραχιά γοητεία της βαλκανικής τοπιογραφίας, ιδωμένης σε ένα ευρύτατο ανάπτυγμα, όπου η «βαρβαρότητα» αναμετριέται διαρκώς με την ομορφιά χωρίς ποτέ να κατισχύει.
Να ένα βιβλίο απολαυστικό για το καλοκαίρι. Του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα».
Όσοι ενδιατρίβουν στα βαλκανικά, τα σκοπιανά, τα κοσοβίτικα κτλ. Θα βρουν την άλλη οπτική γωνία στην περίφημη «μακεδονική σαλάτα», όπως στο «Ρασομόν» του Ακίρα Κουροσάβα. Το ίδιο περιστατικό ιδωμένο όχι πια από τρεις διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά από τρεις,- έως- τέσσερις διαφορετικές εθνότητες.
(Ας μην ξεχνάμε τη ρήση του πεζογράφου μας Νίκου Κάσδαγλη, που είχε πει, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Οι Κεκαρμένοι» στο τέλος της δεκαετίας του '50, ότι το έργο «Ρασομόν» του Κουροσάβα άγγιζε την πορεία της πεζογραφίας.)
Ο τίτλος του μυθιστορήματος του Δημοσθένη Κούρτοβικ παραπέμπει, ως εικός, στο γνωστό «πατριωτικό» άσμα «Τι ζητούν οι Βούλγαροι μες στη Μακεδονία/ τι ζητούν οι βάρβαροι στα ελληνικά νησιά...», που μας μάθαιναν στους προσκόπους ως «έσο έτοιμος».
Θέμα του είναι ο φόνος κατά τη διάρκεια ενός γάμου. Τόπος μια ακριτική πολιτεία της ελληνικής Μακεδονίας. Αφορμή μια διαβαλκανική επιτροπή συγγραφέων που θα δώσει το πρώτο βραβείο στο λογοτεχνικό διαγωνισμό Interbalkan. Να, όμως, που από τις τέσσερις όμορφες χώρες οι συγγραφείς που διαγωνίζονται τυχαίνει, εκ συμπτώσεως, να ασχολούνται στο υπό βράβευσιν έργο τους με το ίδιο περιστατικό. Τι γίνεται τότε. Ο κάθε Βαλκάνιος συγγραφέας το βλέπει από τη δική του οπτική -εθνικιστική- γωνία. Εξού και το μπάχαλο και η αδυναμία της επιτροπής, η οποία αποτελείται από ισάριθμα μέλη κάθε βαλκανικής χώρας, να αποδεχθεί την άποψη της γείτονος. Οπότε το βραβείο δίνεται στον αουτσάιντερ...Τούρκο συγγραφέα.
Ως εδώ είναι η επιφάνεια. Το πρόσχημα. Ο Κούρτοβικ, όμως, του δίνει ένα δραματικό ιδεολογικό βάθρο.
Με το ταλέντο του γεννημένου αφηγητή, κατορθώνει να πλάσει «χαρακτήρες», σασπένς, ερωτικό υπόστρωμα, δυναμική αντι-τριαντική προβληματολογία, και να φέρει σε πέρας ένα συγγραφικό άθλο που σηματοδοτείται από την επιστροφή του ηττημένου στην ιταλική ασήμαντη ποδοσφαιρική ομάδα της Ιταλίας, Ζαγοράκη, ως νικητή, με την προσχώρησή του στον ΠΑΟΚ Θεσσαλονίκης. Ο Κούρτοβικ στην καλύτερή του συγγραφική στιγμή.